Το ΟΧΙ δεν ήταν επέτειος. Ήταν στάση ζωής και σήμερα μας ζητά λογαριασμό…
- At 27 Οκτωβρίου, 2026
- Από IoulAp
- In Επίκαιρα, Πολιτική - Οικονομία, Τα άρθρα μου
0
Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικής ανάλυσης – αρθρογράφου
Στις 3 τα ξημερώματα της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου 1940, στο σπίτι του στην Κηφισιά, ο Ιωάννης Μεταξάς δέχθηκε τον Ιταλό πρεσβευτή Εμμανουέλε Γκράτσι. Ο Μουσολίνι ζητούσε να περάσουν ελεύθερα τα στρατεύματά του και να καταλάβουν «στρατηγικές θέσεις» της χώρας. Η διορία ήταν τρεις ώρες. Η απάντηση δεν χρειάστηκε ούτε τρία λεπτά: «Donc, Monsieur, c’est la guerre» – «Λοιπόν, κύριε, έχουμε πόλεμο».
Οι Ιταλοί δεν περίμεναν καν να λήξει η προθεσμία. Από τα πρώτα πρωινά λεπτά ξεκίνησε η εισβολή σε Πίνδο και Ήπειρο. Η πρώτη ελληνική απώλεια ήταν ένας 27χρονος πεζικάριος από τα Τρίκαλα, ο Βασίλειος Τσιαβαλιάρης, σε ένα φυλάκιο της μεθορίου. Απέναντί μας 135.000 άνδρες του Βισκόντι Πράσκα. Μαζί μας 35.000. Στη Ρώμη οι επιτελάρχες είχαν διαβεβαιώσει τον Ντούτσε ότι το μόνο εμπόδιο θα ήταν οι λασπωμένοι δρόμοι.
Και τότε έγινε αυτό που κανένας δεν είχε υπολογίσει. Στις 6 το πρωί οι σειρήνες ξύπνησαν την Αθήνα και ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους με τη γαλανόλευκη στα χέρια. Οι στρατεύσιμοι ετοιμάζονταν για το μέτωπο με το χαμόγελο στα χείλη. Κανείς δεν τους το είχε διατάξει. Ήταν συναίσθημα. Ήταν ένα έθνος που αναγνώριζε τον εαυτό του.
Ένα έθνος μπορεί να έχει λιγότερα όπλα. Δεν μπορεί να έχει λιγότερη αξιοπρέπεια.
Ο άνθρωπος που δεν παρέδωσε την πατρίδα αμαχητί…
Για τον Μεταξά θα γράφονται πάντα δύο ιστορίες. Η πρώτη είναι εκείνη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που κρίνεται όπως κρίνεται κάθε αυταρχικό πολίτευμα. Δεν χρειάζεται να εξωραΐσουμε ένα πολίτευμα για να τιμήσουμε μια απόφαση. Η δεύτερη είναι η νύχτα της Κηφισιάς. Και σε αυτήν η ιστορία είναι καθαρή: Τη στιγμή που κρινόταν αν η Ελλάδα θα γίνει πέρασμα ή εμπόδιο, η ηγεσία της διάλεξε να γίνει εμπόδιο.
Ήξερε ότι η χώρα ήταν σχεδόν ανοχύρωτη προς την Αλβανία, καθώς το βάρος της άμυνας είχε δοθεί στα σύνορα με τη Βουλγαρία. Ήξερε ότι ο αντίπαλος ήταν τετραπλάσιος. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε αρνηθεί να καθίσει στο τραπέζι του ίδιου πρεσβευτή, σημειώνοντας στο ημερολόγιό του ότι δεν θα δεχόταν φιλί από Ιούδα. Και παρ’ όλα αυτά δεν παρέδωσε ούτε σπιθαμή αμαχητί. Αμέσως μετά ζήτησε τη βοήθεια των Βρετανών, γιατί ο ρεαλισμός δεν ήταν για εκείνον συνώνυμο της υποταγής.
Ο κόσμος το κατάλαβε. Ο Βασιλιάς Γεώργιος ΣΤ΄ τηλεγράφησε ότι η υπόθεση της Ελλάδας είναι και δική τους υπόθεση. Ο Τσόρτσιλ υποσχέθηκε κάθε δυνατή βοήθεια. Ακόμη και ο τουρκικός Τύπος της εποχής έσπευσε να υποκλιθεί στη γενναιότητα των Ελλήνων. Όταν μια ηγεσία και ένας λαός λένε ΟΧΙ μαζί, ο κόσμος σταματά και χειροκροτεί, γιατί καταλαβαίνει ότι βλέπει κάτι σπάνιο.
Και σήμερα; Ποιο ΟΧΙ ακούμε;…
Κάθε 28η Οκτωβρίου οφείλουμε να απαντήσουμε με ειλικρίνεια σε ένα ερώτημα: Αν σήμερα χτυπούσε η πόρτα, ποιο ΟΧΙ θα ακούγαμε; Ας σταθούμε στα επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη και ας κοιτάξουμε όχι τις δηλώσεις, αλλά τα τετελεσμένα.
Τον Δεκέμβριο του 2023 η Διακήρυξη των Αθηνών μας υποσχέθηκε ηρεμία. Οι δύο πλευρές συμφωνούσαν ότι διαφωνούν: Η Άγκυρα δεν είχε εγκαταλείψει τις γκρίζες ζώνες, το casus belli, το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ούτε το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, ενώ η Αθήνα απαντούσε ότι ο διάλογος για την υφαλοκρηπίδα θα γίνει «όταν ωριμάσουν οι συνθήκες». Έξι χρόνια μετά την κρίση του Καστελλόριζου, η διαφορά για τη θαλάσσια οριοθέτηση, παραμένει ανοιχτή και η Τουρκία εξακολουθεί να εντάσσει τις κινήσεις της στην ίδια στρατηγική.
Ας θυμηθούμε πώς μοιάζει μια πραγματική κρίση. Τον Οκτώβριο του 2020 το τουρκικό ερευνητικό «Ορούτς Ρέις» βρέθηκε περίπου 35 ναυτικά μίλια νότια του Καστελλόριζου, συνοδευόμενο από πολεμικά πλοία, ενώ στις 12 Αυγούστου είχε προηγηθεί η επαφή της ελληνικής φρεγάτας «Λήμνος» με την τουρκική «Κεμάλ Ρέις». Η ένταση έφτασε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στο ΝΑΤΟ. Η Γερμανία ανέλαβε διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες. Το πλοίο δεν είναι σήμερα το ζήτημα. Το ζήτημα είναι η πολιτική που το έφερε εκεί και η οποία δεν έχει εξαφανιστεί.
Και ήρθε η σύμβαση με Chevron και HELLENiQ Energy για έρευνες νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου, που κυρώθηκε από τη Βουλή τον Μάρτιο του 2026 παρά τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Ο Αντώνης Σαμαράς προειδοποίησε στη Βουλή ότι η παράγραφος 3 του άρθρου 30 εισάγει μια διατύπωση που δεν υπήρχε σε προηγούμενες συμβάσεις, όπως εκείνη του 2019 με την Total. Με την αναφορά σε «γειτονικά κράτη» στην πράξη ανοίγει δρόμος για δυνητική απομείωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και ως προς το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το χαρακτήρισε παράνομο.
Ο ίδιος δεν αρνήθηκε ό,τι θετικό έγινε: Την αποστολή φρεγατών και αεροσκαφών στην Κύπρο, τους Patriot στην Κάρπαθο, τη συμφωνία με τη Βουλγαρία. Επισήμανε όμως ότι δεν υπήρξε αντίδραση στην Κάσο, ότι η τουρκική Navtex εξακολουθεί να ισχύει και ότι οι κινήσεις αυτές δεν πρέπει να μείνουν επιδείξεις εντυπωσιασμού, αλλά να γίνουν σταθερή πολιτική αποτροπής. Η Πολιτική, είπε, θέλει διορατικότητα και όχι εφησυχασμό.
Θα μας πουν ότι ανησυχούμε χωρίς λόγο. Ότι η συμφωνία θωρακίζει το Δημόσιο. Ότι τα κυριαρχικά δεν διαπραγματεύονται. Ας είναι. Η ιστορία όμως δεν κρίνει προθέσεις, κρίνει τετελεσμένα. Και ο πολίτης που ρωτά, αντί για απάντηση ακούει ότι είναι «πατριώτης του καναπέ» (φράση του Πρωθυπουργού για όσους εκφράζουν εθνικές ανησυχίες, που ο Σαμαράς ρώτησε αν αφορά ακόμη και δύο πρώην πρωθυπουργούς).
Το 1940 η εξουσία είπε ΟΧΙ στο τελεσίγραφο. Σήμερα απαντά στον πολίτη που ρωτά: «κάτσε στον καναπέ σου».
Τρία ερωτήματα που περιμένουν απάντηση…
- Τι ακριβώς σημαίνει η διατύπωση για τα γειτονικά κράτη στο άρθρο 30; Ο πολίτης δικαιούται μια απάντηση σε απλά ελληνικά, γραπτή και δημόσια, όχι μια γενική διαβεβαίωση.
- Τι έχει κερδίσει η Ελλάδα από την «ηρεμία», όταν η Άγκυρα εξακολουθεί να εντάσσει τις κινήσεις της στη στρατηγική της “Γαλάζιας Πατρίδας” και οι διαφορές παραμένουν ανοιχτές;
- Με ποιο δικαίωμα όσοι ρωτούν χαρακτηρίζονται πατριώτες του καναπέ; Η ανησυχία για τα εθνικά θέματα δεν είναι επάγγελμα. Είναι καθήκον.
Ο λαός του 1940: πατρίδα, πίστη, οικογένεια…
Το ΟΧΙ όμως δεν ανήκει μόνο στον Μεταξά. Ανήκει και στον λαό. Και τον Οκτώβριο του 1940 ακολούθησε ολόκληρη η χώρα: Ο αγρότης που άφησε το χωράφι, ο εργάτης που άφησε το εργοστάσιο, η γυναίκα της Πίνδου που κουβάλησε πολεμοφόδια στην πλάτη σε βουνά με χιόνι, η μάνα που έστειλε το παιδί της στο μέτωπο με έναν Σταυρό και μια ευχή.
Ήταν ένας λαός για τον οποίο η Πατρίδα, η Πίστη και η Οικογένεια δεν ήταν φράσεις σε επετειακούς λόγους, αλλά ο τρόπος που ζούσε. Δεν ρωτούσε «τι δικαιούμαι». Ρωτούσε «τι οφείλω»: Στον διπλανό, στο χωριό, στη γη που τον γέννησε. Αυτό το ήθος κέρδισε το Έπος. Όχι τα όπλα, που ήταν λίγα. Το ήθος. Οι Ιταλοί είχαν υπολογίσει τη λάσπη των δρόμων. Δεν είχαν υπολογίσει ανθρώπους που ήξεραν γιατί πολεμούν. Για τα Ιερά και τα Όσιά τους!
Ας φανταστούμε έναν από εκείνους τους 35.000 να περπατά σήμερα σε μια πλατεία της Αθήνας. Θα έβλεπε ελεύθερους ανθρώπους, γεμάτα καφέ, σημαίες μόνο στις γιορτές και ανησυχίες μόνο στο διαδίκτυο. Θα αναρωτιόταν πώς η ελευθερία που πλήρωσαν οι δικοί του με αίμα κατέληξε να θεωρείται δεδομένη. Και ίσως να μην έβρισκε απάντηση.
Ο λαός του καναπέ…
Και φτάνουμε στο πιο άβολο σημείο. Στο πρόσφατο άρθρο μας «Οι ψευτοδικαιωματιστές της κοινωνίας» θέσαμε το ερώτημα, αν ο λαός νομιμοποιεί τις κυβερνήσεις που καταγγέλλει. Σήμερα, μπροστά στον καθρέφτη της 28ης Οκτωβρίου, το ερώτημα γίνεται βαρύτερο. Ο Έλληνας του 1940 άφησε το χωράφι και πήγε στην Πίνδο. Ο Έλληνας του 2026 ακούει να τον αποκαλούν «πατριώτη του καναπέ» και απαντά με ένα σχόλιο στα social.
Ο καναπές έγινε πολιτική στάση. Το «όλοι ίδιοι είναι» έγινε ιδεολογία. Η Οικογένεια ασφυκτιά κάτω από την ακρίβεια, η Πίστη υποβαθμίστηκε σε κάτι απαρχαιωμένο, η Πατρίδα σε φράση της παρέλασης. Ένας κόσμος αλλοτριωμένος, που έμαθε να βλέπει τα πάντα ως είδηση και τίποτα ως ευθύνη. Και δεν αντιδρά. Ό,τι και αν του κάνουν. Τα Τέμπη έδειξαν ότι αυτός ο λαός μπορεί να ξυπνήσει όταν ο πόνος γίνει κοινός. Το ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκε τόσος πόνος, και γιατί δεν έγινε σταθερή συμμετοχή.
Οι λαοί της Ευρώπης δεν κοιμούνται…
Κοιτάξτε γύρω μας. Στην Ισπανία δεκάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους για τη στεγαστική κρίση, περίπου 70.000 στη Μαδρίτη σύμφωνα με την ίδια την κυβέρνηση, ενώ η Ένωση Ενοικιαστών προανήγγειλε γενική απεργία και ο Σάντσεθ προβαίνει σε πρόωρες εκλογές. Στη Γαλλία μαθητές και φοιτητές στήνουν οδοφράγματα και αποκλείουν σχολεία, διαμαρτυρόμενοι για περικοπές στην παιδεία και για το κόστος ζωής. Στη Γερμανία ο κόσμος μίλησε με την κάλπη: Η AfD έφτασε το 43,8% στη Σαξονία-Άνχαλτ, την ώρα που το CDU του καγκελάριου Μερτς έπεσε στο 17,2%, όπως καταγράψαμε στο σχετικό μας άρθρο.
Όπως κι αν κρίνει κανείς τις επιλογές τους, δεν είμαστε εδώ για να τις χειροκροτήσουμε, το κοινό στοιχείο είναι ένα: Ένας λαός που νιώθει ότι τον αγνοούν, αντιδρά. Στον δρόμο ή στην κάλπη, αλλά αντιδρά. Εμείς, που κληρονομήσαμε το πιο λαμπρό ΟΧΙ της σύγχρονης ιστορίας, έχουμε μάθει να σηκώνουμε τους ώμους.
Το ΟΧΙ δεν είναι μνήμη. Είναι υποχρέωση…
Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι ημέρα νοσταλγίας. Δεν τιμάται με στεφάνια και παρελάσεις, αν την επομένη ανεχόμαστε για όσα, οι νεκροί της Πίνδου πολέμησαν. Η Πατρίδα σπάνια χάνεται σε μία νύχτα, με ένα τελεσίγραφο στην Κηφισιά. Χάνεται αργά, με υπογραφές, με διατυπώσεις που ελάχιστοι διαβάζουν, με «ευθυγραμμίσεις» και «ρεαλισμούς», και με πολίτες που έχουν πάψει να ρωτούν.
Το ΟΧΙ του 1940 δεν το είπε μόνο ένας άνθρωπος. Το είπε ένας λαός. Και μόνο ένας λαός μπορεί να το ξαναπεί.
Στις 28 Οκτωβρίου θα ακούσουμε ξανά εμβατήρια και πανηγυρικούς. Η πραγματική δοκιμασία όμως έρχεται στις 29. Όταν κάποιος μας ζητήσει, με το γάντι ή με τελεσίγραφο, να υποχωρήσουμε σε κάτι που μας ανήκει. Τότε θα φανεί αν το ΟΧΙ είναι ακόμη δικό μας, ή αν το αφήσαμε κι αυτό στον καναπέ.
Οψόμεθα!!





Πρόσφατα σχόλια