24η Ιουλίου: Γιορτάζουμε τη Δημοκρατία ή την αργή αποδόμησή της;
- At 25 Ιουλίου, 2026
- Από IoulAp
- In Επίκαιρα, Πολιτική - Οικονομία, Τα άρθρα μου, Τσουκνίδα
0
Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικού αναλυτή – αρθρογράφου
Στις 24 Ιουλίου 1974 η Ελλάδα γύρισε σελίδα. Η κατάρρευση της δικτατορίας και η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή σηματοδότησαν την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και την έναρξη της Μεταπολίτευσης. Με τον σχηματισμό κυβέρνησης “Εθνικής Ενότητας”, υπό το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Ήταν μια ιστορική στιγμή που γέννησε την ελπίδα, πως η χώρα, θα οικοδομούσε ένα κράτος δικαίου, με ισχυρούς θεσμούς, διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματική λαϊκή κυριαρχία.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, όμως, το βασικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο:
Υπάρχει Δημοκρατία; Υπάρχουν Θεσμοί λειτουργίας της;
Γιατί η χώρα δεν απέκτησε ποτέ Συνταγματικό Δικαστήριο στο οποίο να μπορεί να προσφύγει ο πολίτης· αντ’ αυτού, όπως λέει και ο λαός, “Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει”;
Το αποτέλεσμα το ζούμε ακόμα: μια πολιτική τάξη που δεν λογοδότησε ποτέ ουσιαστικά για τίποτα, μια κοινωνία σε οικονομική και θεσμική εξουθένωση, και μια επίκληση “αναθεώρησης του Συντάγματος” που, από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακό εργαλείο παρά με γνήσια εθνική ανάγκη.
Θα ανοίξει ποτέ πραγματικά ο εθνικός διάλογος για το Σύνταγμα, ή μήπως το κορυφαίο κείμενο της Δημοκρατίας μας συνεχίζει να προσαρμόζεται στο συμφέρον της εκάστοτε εξουσίας;
Τι ακριβώς γιορτάζουμε σήμερα;
Τη Δημοκρατία ή την τυπική διατήρηση ενός πολιτεύματος που, χρόνο με τον χρόνο, απομακρύνεται από τις αρχές πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε;
Κάθε χρόνο το Προεδρικό Μέγαρο ανοίγει τις πύλες του, πραγματοποιούνται δεξιώσεις, ανταλλάσσονται ευχές και ακούγονται μεγαλόστομες αναφορές στους Θεσμούς. Την ίδια ώρα, όμως, ολοένα και περισσότεροι πολίτες αισθάνονται πως οι θεσμοί δεν λειτουργούν υπέρ τους αλλά υπέρ της εκάστοτε Εξουσίας.
Η Δημοκρατία δεν κρίνεται από τις επετειακές εκδηλώσεις. Κρίνεται από την καθημερινή σωστή εφαρμογή και λειτουργία της.
Από τη Μεταπολίτευση στην κομματοκρατία…
Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης δόθηκαν στη χώρα σταθερότητα και δημοκρατικοί θεσμοί. Στη συνέχεια δημιουργήθηκε ένα πολιτικό Σύστημα που σταδιακά εξελίχθηκε σε μια πανίσχυρη κομματοκρατία. Τα κόμματα αντί να λειτουργούν ως εκφραστές της λαϊκής βούλησης, μετατράπηκαν πολλές φορές σε μηχανισμούς αναπαραγωγής της Εξουσίας.
Το Σύνταγμα αναθεωρήθηκε επανειλημμένα, όμως οι μεγάλες παθογένειες παρέμειναν:
- η ασυλία του πολιτικού προσωπικού,
- η υπερσυγκέντρωση εξουσιών στην κυβέρνηση,
- η εξάρτηση κρίσιμων θεσμών,
- η διαρκής κομματική επιρροή στη δημόσια διοίκηση.
Η υγεία, η παιδεία, η δικαιοσύνη, η δημόσια διοίκηση και η οικονομία έγιναν πεδία κομματικών ισορροπιών αντί εθνικού σχεδιασμού. Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα υποχώρησε δραματικά. Και όταν μια Δημοκρατία χάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών της, αρχίζει να φτωχαίνει θεσμικά.
Δημοκρατία σημαίνει κράτος δικαίου…
Η Δημοκρατία δεν είναι μόνο η διεξαγωγή εκλογών.
Είναι η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Είναι η ελευθερία του Τύπου.
Είναι η λογοδοσία.
Είναι η ισότητα απέναντι στον νόμο.
Είναι η πραγματική διάκριση των εξουσιών.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η Ελλάδα βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο διεθνών εκθέσεων και δημοσιευμάτων που εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για την κατάσταση του κράτους δικαίου.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό.
Πρόκειται για μια διεθνή συζήτηση σχετικά με τη λειτουργία των θεσμών στη χώρα μας.
Η γερμανική Ταz έκανε λόγο για συστηματική υπονόμευση του κράτους δικαίου, ενώ πλήθος διεθνών οργανισμών έχουν εκφράσει προβληματισμό για την ανεξαρτησία των θεσμών, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την ελευθερία της ενημέρωσης.
Ταυτόχρονα, υποθέσεις όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και άλλες μεγάλες πολιτικές υποθέσεις, πολιτικά σκάνδαλα, συνεχίζουν να τροφοδοτούν τη δημόσια δυσπιστία και οργή απέναντι στο πολιτικό Σύστημα.
Η “αγωνία” του Προέδρου της Δημοκρατίας…
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ο κατά τα άλλα άφαντος από τα μεγάλα θεσμικά ζητήματα του τόπου, Κωνσταντίνος Τασούλας, δεν δίστασε πέρυσι να προειδοποιήσει για τον κίνδυνο ακυβερνησίας μετά τις επόμενες εκλογές, επικαλούμενος την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Εύλογα δημιουργήθηκε η απορία:
Είναι έργο του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα να σχολιάζει μελλοντικές κυβερνητικές ισορροπίες ή να διαφυλάσσει τη θεσμική ουδετερότητα του αξιώματός του;
Γιατί η εικόνα που δημιουργήθηκε ήταν πως η αγωνία του αφορούσε περισσότερο την πολιτική σταθερότητα της κυβέρνησης παρά την ενότητα του ελληνικού λαού.
Την ίδια στιγμή, δεν ακούστηκε καμία αντίστοιχη δημόσια παρέμβαση για τη θεσμική κρίση, για το κράτος δικαίου ή για τα μεγάλα σκάνδαλα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία.
Η μεγάλη πρόκληση της συνταγματικής αναθεώρησης…
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ξεκινά και η νέα διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.
Ίσως η σημαντικότερη θεσμική συζήτηση της επόμενης περιόδου.
Όμως άνοιξε πραγματικά ένας εθνικός διάλογος;
Γνωρίζουν οι πολίτες ποιες διατάξεις αλλάζουν;
Ποιες είναι οι βασικές αρχές της αναθεώρησης;
Τι σημαίνουν οι αλλαγές για τα δικαιώματα των πολιτών;
Ή μήπως για ακόμη μία φορά συζητούμε μόνο τεχνικές τροποποιήσεις χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας;
Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Κυριάκος Παπανικολάου έχει επισημάνει εύστοχα πως μια αποσπασματική και πρόχειρη αναθεώρηση θα αποτελούσε πλήγμα για το ίδιο το Σύνταγμα.
Το Σύνταγμα, τονίζει, είναι ένας ζωντανός οργανισμός μόνο όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι τον προστατεύει.
Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Αντίστοιχα, ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι παρεμβάσεις του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου, ο οποίος προειδοποίησε για τον κίνδυνο εργαλειοποίησης του Συντάγματος και υπενθύμισε ότι καμία αναθεώρηση δεν πρέπει να υπηρετεί επικοινωνιακές ή κομματικές ανάγκες.
Ο Προκόπης Παυλόπουλος μίλησε ανοιχτά για “συνταγματικό εντυπωσιασμό”, υπενθυμίζοντας πως ούτε ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας θα διανοείτο αναθεώρηση που δεν υπαγορεύεται από πραγματική συνταγματική ανάγκη. Άσκησε μάλιστα κριτική και στην αναθεώρηση του 2019, που άνοιξε τον δρόμο για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς αυξημένη πλειοψηφία – τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο εξελέγη ο σημερινός Πρόεδρος. “Δεν είναι το Σύνταγμα εργαλείο”, σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως ένας Πρόεδρος εκλεγμένος από μονοκομματική πλειοψηφία στερείται εξ αρχής της απαραίτητης ανεξαρτησίας.
Ανοίγει, λοιπόν, πραγματικά ο εθνικός διάλογος για τη Συνταγματική Αναθεώρηση;
Με βάση όσα καταγράφονται αυτές τις ημέρες στη Βουλή, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να απαντήσει καταφατικά χωρίς επιφυλάξεις. Τι διακυβεύεται; Ουσιαστικά, το αν το Σύνταγμα θα λειτουργήσει επιτέλους ως ασπίδα του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας, ή αν θα παραμείνει προσαρμόσιμο στις ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης. Τι σημαίνει αυτό για τους πολίτες; Ότι το κορυφαίο κείμενο της Δημοκρατίας τους εξακολουθεί να μην τους ανήκει πραγματικά. Και ποιο είναι το μέλλον του ελληνικού Συντάγματος; Αυτό θα εξαρτηθεί από το αν οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας βρουν επιτέλους το θάρρος να συζητήσουν με όρους αρχών – κάτι που, μέχρι στιγμής, δεν έχει συμβεί.
Μάλιστα ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης αμφισβήτησε ευθέως το ηθικό έρεισμα του Πρωθυπουργού να διδάσκει θεσμικότητα.
Η υποβάθμιση του Κράτους Δικαίου: μια διαπίστωση που πλέον ξεπερνά τα σύνορά μας…
Σήμερα, ημέρα εορτασμού της Δημοκρατίας, οι επισημάνσεις έρχονται από όλο το πολιτικό φάσμα: ο Νίκος Ανδρουλάκης τόνισε πως η Δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται από τανκς αλλά από την υποβάθμιση του κράτους δικαίου! Ο Αντώνης Σαμαράς μίλησε για Δημοκρατία που, όταν συνοδεύεται από υπονόμευση των θεσμών, χάνει την ουσία της. Όταν η ίδια ανησυχία εκφράζεται ταυτόχρονα από ξένο Τύπο και Οργανισμούς, από πρώην Πρωθυπουργούς και Προέδρους της Νέας Δημοκρατίας και από την Αντιπολίτευση, δύσκολα μπορεί κανείς να τη χαρακτηρίσει απλή κομματική αντιπαράθεση. Αρχηγοί κομμάτων δεν παρέστησαν στην εκδήλωση στο Προεδρικό Μέγαρο.
Η Δημοκρατία δεν γιορτάζεται μόνο. Προστατεύεται…
Η επέτειος της 24ης Ιουλίου δεν πρέπει να αποτελεί μια ημέρα αυτοϊκανοποίησης. Πρέπει να αποτελεί ημέρα αυτοκριτικής.
Γιατί η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν καταλύεται με τα τανκς. Απειλείται όταν οι θεσμοί αποδυναμώνονται.
Όταν το κράτος δικαίου αμφισβητείται. Όταν οι κανόνες αλλάζουν ανάλογα με το πολιτικό συμφέρον. Όταν το Σύνταγμα αντιμετωπίζεται ως εργαλείο εξουσίας και όχι ως η ύψιστη εγγύηση των δικαιωμάτων των πολιτών.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που εμφανίζεται μία φορά τον χρόνο για να μας υπενθυμίσει πόσο «ώριμη» είναι η Δημοκρατία μας, ήξερε πέρυσι να μας εκφοβίσει με το σενάριο της ακυβερνησίας. Δεν βρήκε όμως ούτε μία λέξη για την υποβάθμιση του κράτους δικαίου, για τη θεσμική κρίση ή για την εργαλειοποίηση του ίδιου του Συντάγματος που ορκίστηκε να υπηρετεί.
Γιατί, τελικά, η αγωνία του έμοιαζε να αφορά περισσότερο την πολιτική επιβίωση του Πρωθυπουργού παρά την ενότητα του ελληνικού λαού.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα της σημερινής επετείου.
Η Δημοκρατία δεν πεθαίνει σε μία νύχτα. Φθείρεται λίγο λίγο, όταν οι πολίτες συνηθίζουν να θεωρούν φυσιολογική την υποχώρηση των θεσμών.
Και τότε, η 24η Ιουλίου παύει να είναι γιορτή. Γίνεται υπενθύμιση του χρέους να την υπερασπιστούμε.
Εκλογικός νόμος στα μέτρα της συγκυρίας;
Σε αυτό το πλαίσιο περί αναθεώρησης του Συντάγματος, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, κάθε φορά που βλέπει την αυτοδυναμία να απομακρύνεται, επαναφέρει τη συζήτηση για αλλαγή του εκλογικού νόμου.
Άλλοτε αλλάζει το μπόνους των εδρών. Άλλοτε το όριο εισόδου στη Βουλή. Άλλοτε επανέρχεται η επίκληση της “κυβερνησιμότητας”.
Και το ερώτημα, και σε αυτήν την περίπτωση είναι απλό.
Οι εκλογικοί νόμοι θεσπίζονται για να υπηρετούν τη Δημοκρατία ή για να εξυπηρετούν τις ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης;
Σε μια ώριμη Δημοκρατία οι κανόνες του παιχνιδιού δεν αλλάζουν ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις.
Γι΄ αυτό το ιστορικό διακύβευμα είναι ΕΝΑ:
ΑΛΛΑΓΗ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ. ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ!!





Πρόσφατα σχόλια