ΕΥΠ σε μετάβαση – Ένας νέος Οργανισμός, πολλά παλιά ερωτήματα και ένα δύσκολο στοίχημα για την επόμενη ημέρα.
- At 05 Σεπτεμβρίου, 2026
- Από IoulAp
- In Επίκαιρα, Πολιτική - Οικονομία
0
Το νέο σύστημα Τομέων, Εισαγωγικών και Μη Εισαγωγικών Κλάδων αλλάζει σε βάθος το υπηρεσιακό μοντέλο της ΕΥΠ. Για να κριθεί, όμως, χρειάζεται να συγκριθεί όχι μόνο με ξένα πρότυπα αλλά και με την ίδια την προηγούμενη μεταρρυθμιστική εμπειρία της Υπηρεσίας — ιδίως την περίοδο 1996–2009, που οδήγησε στον Ν. 3649/2008.
Του Κώστα Αγγελάκη*

Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών βρίσκεται μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες εσωτερικές οργανωτικές αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών.
Με το Π.Δ. 17/2024 και κυρίως με την τροποποίησή του μέσω του Π.Δ. 43/2026, το παραδοσιακό κλαδολόγιο του μόνιμου πολιτικού προσωπικού αντικαθίσταται από ένα πολύ πιο σύνθετο σύστημα Τομέων, Κλάδων και Ειδικοτήτων, στο οποίο εισάγεται για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση η διάκριση μεταξύ Εισαγωγικών και Μη Εισαγωγικών Κλάδων.
Στα χαρτιά, το νέο μοντέλο μοιάζει σύγχρονο. Έχει αγγλικούς επαγγελματικούς τίτλους, διακριτά επαγγελματικά αντικείμενα, συνδέει την υπηρεσιακή εξέλιξη με εξειδικευμένη εκπαίδευση και αξιολόγηση και επιχειρεί να χωρίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις πληροφοριακές, επιχειρησιακές, αναλυτικές, τεχνολογικές και υποστηρικτικές λειτουργίες.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό:
Μπορεί ένα τέτοιο μοντέλο να εφαρμοστεί πραγματικά στην ΕΥΠ και, κυρίως, μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να αποδιοργανώσει την υπηρεσιακή κατάσταση και την επαγγελματική ταυτότητα ανθρώπων που υπηρετούν επί είκοσι, τριάντα ή ακόμη περισσότερα χρόνια;
Γιατί η ΕΥΠ δεν δημιουργήθηκε το 2026.
Ούτε οι επαγγελματικές ειδικότητες του προσωπικού της ανακαλύφθηκαν σήμερα.
Μια ιστορία σαράντα ετών
Η σημερινή ΕΥΠ προέκυψε το 1986, όταν η τότε Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών μετονομάστηκε και αναδιοργανώθηκε σε Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών από τον τότε Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου.
Από τότε μέχρι σήμερα άλλαξαν Κυβερνήσεις, Διοικήσεις, Οργανισμοί, Διευθύνσεις, αρμοδιότητες και κλαδολόγια.
Υπήρξαν ο Οργανισμός του 1986, οι τροποποιήσεις του 1987 και του 1989, ο νέος Οργανισμός του 1992, οι μεταβολές της δεκαετίας του 1990 και του 2000, ο Ν. 3649/2008, ο Οργανισμός του 2009, εκείνος του 2017, ο νέος του 2020 και, τελικά, τα Π.Δ. 17/2024 και 43/2026.
Παρά τις αλλαγές, όμως, επί δεκαετίες υπήρχε ένας σχετικά κατανοητός βασικός κορμός.
Υπήρχαν οι Επιτελείς Πληροφοριών.
Υπήρχαν οι Ραδιοτηλεγραφητές.
Υπήρχαν οι Γλωσσομαθείς (Μεταφραστές, Διερμηνείς και Ακροατές).
Υπήρχαν οι Πληροφορικάριοι.
Υπήρχαν οι Διοικητικοί και Οικονομικοί.
Και υπήρχαν παράλληλα περισσότερο εξειδικευμένοι τεχνικοί και επικοινωνιακοί Κλάδοι, καθώς και πολλοί άλλοι Κλάδοι υποστήριξης.
Αυτό το τελευταίο στοιχείο έχει ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί πολλές φορές δημιουργείται η εντύπωση ότι το προηγούμενο σύστημα ήταν ένα ξεπερασμένο γενικό κλαδολόγιο και ότι μόλις τώρα η ΕΥΠ αποκτά πραγματικές ειδικότητες.
Δεν είναι έτσι.
Μια μεταρρύθμιση που αξίζει να θυμόμαστε
Η σημερινή συζήτηση γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα αν επιστρέψει κανείς είκοσι και πλέον χρόνια πίσω. Τον Μάιο του 2002, επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη και υπουργίας Μιχάλη Χρυσοχοΐδη (Δημόσιας Τάξης), συγκροτήθηκε επίσημη Επιτροπή για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού νομοθετικού πλαισίου της ΕΥΠ. Η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 642/23 Μαΐου 2002 και στην Επιτροπή συμμετείχαν πανεπιστημιακοί, διπλωματικά, στρατιωτικά και αστυνομικά στελέχη, υπηρεσιακά στελέχη της ΕΥΠ και εκπρόσωπος των εργαζομένων (ο συντάκτης της παρούσας ανάλυσης συμμετείχε στην Επιτροπή εκείνη ως εκπρόσωπος της ΠΟΣΕΥΠ και ως υπάλληλος του ιστορικού Κλάδου Επιτελών Πληροφοριών. Η αναφορά αυτή γίνεται για λόγους διαφάνειας και όχι για να χρησιμοποιηθεί η προσωπική εμπειρία ως υποκατάστατο των δημοσιευμένων πηγών).
Η πορεία του προσχεδίου αποδεικνύει πόσο δύσκολη μπορεί να είναι μία θεσμική μεταρρύθμιση όταν μεσολαβούν πολιτικές αλλαγές. Σύγχρονη δημοσιογραφική έρευνα καταγράφει ότι το πρώτο πόρισμα παραδόθηκε το 2003 στον τότε Υπουργό Δημόσιας Τάξης Γιώργο Φλωρίδη. Μετά τις εκλογές του 2004 ο Γιώργος Βουλγαράκης συγκρότησε νέα, μικρότερη επιτροπή για να επανεξετάσει το ήδη ώριμο προσχέδιο. Ο ίδιος, σε επίσημη ομιλία του τον Νοέμβριο του 2004, μιλούσε για «πολύ καλή προεργασία» που είχε ήδη στα χέρια του και για την ανάγκη να ανοίξει νέος κύκλος συζητήσεων.
Η ακριβής υπουργική απόφαση σύστασης αυτής της δεύτερης, ολιγομελούς επιτροπής δεν έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί σε δημόσια ευρετηριασμένο αρχείο. Η ύπαρξή της, όμως, επιβεβαιώνεται από σύγχρονο δημοσίευμα. Κατά την προσωπική ανάμνηση του συντάκτη, στην επιτροπή συμμετείχαν εκ νέου τρία υπηρεσιακά στελέχη που είχαν λάβει μέρος και στην πρώτη, ο αείμνηστος Παναγιώτης Αλυφαντής, η Μαρία Κλεφτογιάννη και ο ίδιος.
Ακολούθησε ο Βύρων Πολύδωρας, επί της θητείας του οποίου προστέθηκε στο σχέδιο η πρόβλεψη ειδικής εισαγγελικής εποπτείας. Το 2007 το χαρτοφυλάκιο πέρασε στον Προκόπη Παυλόπουλο και το 2008 η μακρά αυτή διαδρομή κατέληξε στον Ν. 3649/2008 επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή και υπουργίας Προκόπη Παυλόπουλου.
Η δημόσια Επιστημονική Ημερίδα της ΠΟΣΕΥΠ το 2008
Λίγους μήνες μετά την ψήφιση του νόμου, στις 11 Ιουνίου 2008, η ΠΟΣΕΥΠ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών) διοργάνωσε στην Αθήνα, υπό την αιγίδα της Πολιτικής και Φυσικής ηγεσίας της Υπηρεσίας, μια δημόσια επιστημονική ημερίδα με θέμα «Κράτος – Ασφάλεια και ο ρόλος των Υπηρεσιών Πληροφοριών. Η περίπτωση της Ελλάδας». Στην ίδια αίθουσα βρέθηκαν ο τότε Πολιτικός Προϊστάμενος της ΕΥΠ, Υπουργός Εσωτερικών Προκόπης Παυλόπουλος, η τότε και η πρώην Διοίκησή της, οι Πρέσβεις Ιωάννης Κοραντής και Παύλος Αποστολίδης, Βουλευτές όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, Πανεπιστημιακοί, ειδικοί επιστήμονες, εκπρόσωποι των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, στελέχη της ΑΔΕΔΥ και δημοσιογράφοι. Τα Πρακτικά εκδόθηκαν αργότερα σε βιβλίο από νομικό εκδοτικό οίκο.
Η εκδήλωση ήταν ασφαλώς εξαιρετικά ασυνήθιστη. Με βάση τη διαθέσιμη έρευνα, δεν εντοπίστηκε άλλο τεκμηριωμένο παράδειγμα δημόσιας επιστημονικής Ημερίδας που να οργανώθηκε από συνδικαλιστικό όργανο εργαζομένων Υπηρεσίας Πληροφοριών. Υπήρξαν, βεβαίως, δημόσια ακαδημαϊκά Συνέδρια με συμμετοχή ή συνδιοργάνωση Υπηρεσιών, όπως εκείνα του Center for the Study of Intelligence της CIA. Ακαδημαϊκή μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Contemporary European History χαρακτήρισε την Ημερίδα της ΠΟΣΕΥΠ «an unprecedented, public conference».
Αυτό δεν είναι απλώς μία ιστορική λεπτομέρεια. Δείχνει ότι η τότε συζήτηση για τον εκσυγχρονισμό της ΕΥΠ δεν γινόταν μόνο πίσω από κλειστές πόρτες. Υπήρξε μία σπάνια προσπάθεια να συνδεθούν η υπηρεσιακή εμπειρία, το δημόσιο δίκαιο, η πολιτική επιστήμη, η στρατηγική, η διοίκηση και η δημόσια λογοδοσία.
Τι έλεγαν τότε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές
Ο Προκόπης Παυλόπουλος, τότε Υπουργός Εσωτερικών και Πολιτικός Προϊστάμενος της ΕΥΠ —και μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας— έδωσε ίσως το καλύτερο κριτήριο με το οποίο μπορεί να αξιολογηθεί η σημερινή αναδιοργάνωση: «το ζήτημα είναι οι θεσμοί να αποδεικνύουν τις αντοχές τους στην πράξη». Η φράση είναι πολύ πιο επίκαιρη σήμερα απ’ όσο ίσως φαινόταν τότε.
Ο τότε Διοικητής της ΕΥΠ, Πρέσβυς Ιωάννης Κοραντής, μιλώντας από την εμπειρία συνεργασίας με πολλές ξένες Υπηρεσίες, προειδοποιούσε ότι τα προβλήματα και οι λύσεις δεν είναι ίδια παντού, αλλά διαφοροποιούνται ανάλογα με τη γεωπολιτική θέση, την ιστορία και τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας και κάθε Υπηρεσίας. Παράλληλα υπερασπιζόταν το «άνοιγμα» της ΕΥΠ προς την κοινωνία, χωρίς, βεβαίως, να υπονομεύεται το αναγκαίο απόρρητο.
Ο πρώην Διοικητής, Πρέσβυς Παύλος Αποστολίδης, έθεσε ένα ακόμη πιο άβολο αλλά ουσιαστικό θέμα. Οι Υπηρεσίες Πληροφοριών μικρών κρατών δεν διαθέτουν τους οικονομικούς, τεχνολογικούς και ανθρώπινους πόρους των μεγάλων δυνάμεων. Η Ελλάδα, επιπλέον, έχει επιλέξει μία ενιαία πολιτική Υπηρεσία με ευρύτερες λειτουργίες. Άρα οι ξένες οργανωτικές λύσεις δεν μπορούν να μεταφέρονται χωρίς προσαρμογή.
Ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Άλκης Δερβιτσιώτης, ο οποίος είχε προεδρεύσει το 2002 της Επιτροπής για την αναμόρφωση και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού νομοθετικού πλαισίου που διέπει την ΕΥΠ, έθετε το ζήτημα της νομιμοποίησης των Υπηρεσιών Πληροφοριών μέσα από σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες και διαδοχικούς κύκλους διοικητικού, δικαστικού και κοινοβουλευτικού ελέγχου. Με άλλα λόγια, η αποτελεσματικότητα δεν νοείται εκτός του Κράτους Δικαίου.
Ο Θάνος Ντόκος, τότε Γενικός Διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ και σήμερα Γενικός Γραμματέας Εθνικής Ασφάλειας στην Προεδρία της Κυβέρνησης, μιλούσε ήδη για αξιοποίηση ξένων θεσμικών προτύπων «τηρουμένων των αναλογιών» και με προσαρμογή στις ελληνικές ανάγκες. Στο τέλος της εισήγησής του προειδοποιούσε ότι η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να σπαταλά περιορισμένους πόρους και ανθρωποώρες μέσα σε μονοϋπηρεσιακή και ανταγωνιστική λογική και ζητούσε αλλαγή νοοτροπίας.
Ακόμη και η συνδικαλιστική εισήγηση της εποχής είναι αποκαλυπτική. Η ΠΟΣΕΥΠ υποστήριζε ρητά την εκπαίδευση, την εξειδίκευση και την επαγγελματοποίηση του προσωπικού, αλλά ταυτόχρονα ζητούσε πλήρη αξιοποίησή του, ευελιξία και αποτελεσματικότητα. Αυτό έχει σημασία σήμερα. Η κριτική στο Π.Δ. 43/2026 δεν είναι αναγκαστικά κριτική στην εξειδίκευση. Είναι κριτική στο συγκεκριμένο εργαλείο με το οποίο επιχειρείται να επιτευχθεί.
Δύο διαφορετικοί κύκλοι
Αν συγκρίνει κανείς τις δύο περιόδους, προκύπτει μία ενδιαφέρουσα διαφορά. Η μεταρρύθμιση 1996–2009 επικεντρώθηκε κυρίως στο θεσμικό πλαίσιο. Αποστολή, αρμοδιότητες, νομιμότητα, έλεγχο, συντονισμό, εκπαίδευση και επαγγελματοποίηση. Δεν ανακατασκεύασε, όμως, στον ίδιο βαθμό τις ιστορικές επαγγελματικές ταυτότητες του μόνιμου πολιτικού προσωπικού.
Η τωρινή αναδιοργάνωση 2024–2026 πηγαίνει πολύ βαθύτερα στο εσωτερικό της υπηρεσιακής ζωής. Δεν αλλάζει μόνο τον Οργανισμό. Αλλάζει τα «κουτιά» μέσα στα οποία καλούνται να ενταχθούν άνθρωποι με ήδη διαμορφωμένη επαγγελματική ιστορία. Γι’ αυτό και η σημερινή μετάβαση είναι πολύ δυσκολότερη από μια απλή αλλαγή οργανογράμματος.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι, λοιπόν, «παλιό ή νέο», ούτε «γενικοί κλάδοι ή εξειδίκευση». Είναι κάτι δυσκολότερο… Πώς δημιουργείς σαφέστερη εξειδίκευση χωρίς να καταστρέφεις την ευελιξία, την επαγγελματική συνέχεια και τη θεσμική μνήμη μιας μικρής και πολυλειτουργικής Υπηρεσίας Πληροφοριών;
Η εξειδίκευση υπήρχε ήδη
Εκτός από τους ΠΕ2, ΤΕ2 και ΔΕ2 Επιτελείς Πληροφοριών, το παλαιότερο κλαδολόγιο περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, κλάδους όπως οι ΠΕ5 Αναλυτές Επικοινωνιών – Ερευνητές Επικοινωνιακών Δικτύων Η/Υ και οι ΤΕ5 Ραδιοτηλεγραφητές – Ερευνητές Επικοινωνιακών Δικτύων Η/Υ.
Επρόκειτο για ανθρώπους με συγκεκριμένη τεχνική και πληροφοριακή εξειδίκευση.
Επομένως, η πρόσφατη αναδιοργάνωση δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως μετάβαση από ένα «γενικό» σύστημα σε ένα «εξειδικευμένο».
Σε αρκετές περιπτώσεις συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Παλιές, ήδη εξειδικευμένες υπηρεσιακές ταυτότητες καταργούνται ως αυτοτελείς κατηγορίες και το προσωπικό καλείται να μεταφράσει την προηγούμενη επαγγελματική του διαδρομή σε νέους Κλάδους και νέες ονομασίες.
Αυτό δημιουργεί ένα πρώτο σοβαρό ερώτημα.
Ένας παλαιός Αναλυτής Επικοινωνιών, ένας Ραδιοτηλεγραφητής ή ένας Ερευνητής Επικοινωνιακών Δικτύων πού ακριβώς ανήκει στο νέο σύστημα;
Στον Κυβερνοχώρο;
Στην τεχνική υποστήριξη;
Στον χειρισμό πληροφοριών;
Σε κάποιον μελλοντικό εξειδικευμένο Κλάδο;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο από τον παλιό τίτλο.
Πρέπει να εξεταστεί τι πραγματικά έκανε ο συγκεκριμένος εργαζόμενος επί χρόνια ή δεκαετίες.
Και αυτό ακριβώς είναι ένα από τα κεντρικά προβλήματα της σημερινής μετάβασης.
Ο Επιτελής Πληροφοριών και η νέα τριχοτόμηση
Το ίδιο συμβαίνει στον παλαιό γενικό Κλάδο Επιτελών Πληροφοριών.
Ο ΠΕ2, ο ΤΕ2 ή ο ΔΕ2 δεν ήταν ένας στενά ορισμένος επαγγελματικός τίτλος.
Ήταν ο βασικός Κλάδος Πληροφοριών της Υπηρεσίας.
Μέσα σε αυτόν μπορούσε να βρίσκεται κάποιος που είχε περάσει μεγάλο μέρος της σταδιοδρομίας του στη συλλογή πληροφοριών και κάποιος άλλος στην ανάλυση.
Το νέο σύστημα επιχειρεί ουσιαστικά να χωρίσει αυτή την παλαιά μεγάλη επαγγελματική οικογένεια σε διακριτούς ρόλους.
Στον Τομέα Πληροφοριών ο Χειριστής Πληροφοριών – Intelligence Operator είναι Εισαγωγικός Κλάδος.
Ο Επιτελής Επιχειρήσεων – Field Officer και ο Αναλυτής Πληροφοριών – Intelligence Analyst είναι Μη Εισαγωγικοί.
Από οργανωτική άποψη, μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη λογική αυτής της διάκρισης.
Άλλο η συλλογή πληροφοριών και άλλο η ανάλυση πληροφοριών. Και στη συλλογή μπορεί να υπάρχουν, ιδίως στις μεγάλες Υπηρεσίες, διακριτοί επιμέρους ρόλοι όπως εντοπιστές, στρατολόγοι, χειριστές πηγών, αλλά και επιχειρησιακά στελέχη στο πεδίο. Στην ελληνική περίπτωση, όμως, παραμένει το ερώτημα αν οι ρόλοι αυτοί μπορούν και πρέπει να διαχωριστούν τόσο αυστηρά.
Το πρόβλημα βέβαια αρχίζει όταν αυτή η λογική εφαρμόζεται όχι σε έναν νέο υπάλληλο που προσλαμβάνεται σήμερα, αλλά σε έναν άνθρωπο που έχει ήδη υπηρετήσει τριάντα χρόνια.
Το «έτος μηδέν»
Εδώ εμφανίζεται ίσως το δυσκολότερο ζήτημα ολόκληρης της αναδιοργάνωσης.
Για την ένταξη σε Μη Εισαγωγικό Κλάδο απαιτούνται, μεταξύ άλλων, πέντε χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στην ΕΥΠ, από τα οποία τρία σε Εισαγωγικό Κλάδο, εξειδικευμένη εκπαίδευση και επιτυχής αξιολόγηση γνώσεων, δεξιοτήτων και επιχειρησιακής επάρκειας.
Για έναν νεοπροσλαμβανόμενο η λογική είναι κατανοητή.
Μπαίνει στην Υπηρεσία.
Εντάσσεται στον βασικό Κλάδο.
Αποκτά εμπειρία.
Εκπαιδεύεται.
Αξιολογείται.
Και στη συνέχεια μπορεί να διεκδικήσει έναν περισσότερο εξειδικευμένο ρόλο.
Τι γίνεται όμως με έναν υπάλληλο που έχει ήδη είκοσι πέντε ή τριάντα χρόνια πραγματικής υπηρεσίας ως Επιτελής Πληροφοριών και τα τελευταία δεκαπέντε από αυτά ασκεί, για παράδειγμα, αναλυτικά καθήκοντα;
Θα ενταχθεί πρώτα ως Intelligence Operator και θα πρέπει να συμπληρώσει από εκείνη τη στιγμή τρία νέα χρόνια στον Εισαγωγικό Κλάδο για να μπορέσει να ζητήσει τον τίτλο του Intelligence Analyst;
Το δημοσιευμένο Π.Δ. δεν περιέχει ρητή διάταξη που να λέει ότι η προηγούμενη συναφής υπηρεσία προσμετράται αυτομάτως σε αυτή την τριετία.
Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα του λεγόμενου «έτους μηδέν».
Δεν σημαίνει ότι τα προηγούμενα τριάντα ή τριανταπέντε χρόνια εξαφανίζονται από τον υπηρεσιακό φάκελο.
Σημαίνει όμως ότι, εάν εφαρμοστεί αυστηρά η νέα χρονική προϋπόθεση, ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει επί δεκαετίες την ουσιαστική εμπειρία ενός ρόλου, αλλά να μη διαθέτει τον νέο τυπικό χρόνο που απαιτείται για να ενταχθεί σε αυτόν.
Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι σοβαρό μεταβατικό πρόβλημα.
Και γίνεται ακόμη εντονότερο για εργαζομένους που βρίσκονται δύο ή τρία χρόνια πριν από τη συνταξιοδότηση.
Οι Γλωσσομαθείς και ένα ακόμη δύσκολο ερώτημα
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το ξενόγλωσσο προσωπικό.
Ο νέος Κλάδος Επιτελών Ξένων Γλωσσών – Language Officer τοποθετείται στον Τομέα Υποστήριξης.
Εδώ, όμως, οι λέξεις έχουν σημασία.
Ένας μεταφραστής σε μία συνηθισμένη δημόσια υπηρεσία μπορεί πράγματι να θεωρείται υποστηρικτική λειτουργία.
Τι συμβαίνει όμως σε μία Υπηρεσία Πληροφοριών;
Ένας Διερμηνέας που επί χρόνια συμμετέχει σε επιχειρησιακές συναντήσεις στελεχών;
Ένας υπάλληλος που ενεργεί ως διερμηνέας κατά την επαφή με ξένο παράγοντα, συνεργάτη ή πηγή;
Ένας Ακροατής που επεξεργάζεται ηχητικό υλικό και μέσω της γλώσσας, της διαλέκτου, των πολιτισμικών αναφορών και της γνώσης μιας συγκεκριμένης περιοχής συμβάλλει στην κατανόηση της πληροφορίας;
Ένας Γλωσσομαθής που δεν μεταφράζει απλώς λέξεις αλλά συμμετέχει στην αξιοποίηση πληροφοριακού υλικού;
Μπορεί ολόκληρη αυτή η υπηρεσιακή διαδρομή να περιγραφεί απλώς ως «Υποστήριξη»;
Αυτό είναι ένα ερώτημα που το νέο σύστημα θα κληθεί να απαντήσει στην πράξη.
Για ορισμένους υπαλλήλους η ένταξη στον Language Officer μπορεί να αποδίδει πλήρως την πραγματική τους επαγγελματική ταυτότητα.
Για άλλους όμως, των οποίων η γλωσσική λειτουργία ήταν άμεσα ενσωματωμένη σε συλλογή, χειρισμό, επιχειρησιακή δραστηριότητα ή ανάλυση, η ίδια κατάταξη μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά περιοριστική.
Και τότε θα έχουμε το παράδοξο δύο ανθρώπων με τον ίδιο ιστορικό Κλάδο αλλά με εντελώς διαφορετικές πραγματικές σταδιοδρομίες.
Αυτός είναι και ο λόγος που η νέα κατάταξη δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην παλιά ονομασία.
Ούτε όμως και στην τελευταία τοποθέτηση
Υπάρχει και το αντίστροφο λάθος.
Να θεωρηθεί ότι επειδή ένας υπάλληλος υπηρετεί σήμερα σε μία συγκεκριμένη Διεύθυνση, αυτή η τελευταία του τοποθέτηση καθορίζει ολόκληρη την επαγγελματική του ταυτότητα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει υπηρετήσει είκοσι χρόνια σε πληροφοριακό αντικείμενο και τα τελευταία δύο σε διοικητική θέση.
Δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε διοικητικό υπάλληλο ως προς ολόκληρη τη σταδιοδρομία του.
Αντίστροφα, κάποιος που υπηρετεί επί χρόνια μέσα σε μία επιχειρησιακή Διεύθυνση αλλά ασκεί αποκλειστικά διοικητική υποστήριξη δεν αποκτά μόνο από τη γεωγραφική του τοποθέτηση επιχειρησιακή εμπειρία.
Η τρέχουσα οργανωτική μονάδα προσφέρει απλώς μια στατική αποτύπωση (μια φωτογραφία), αλλά η πραγματική σταδιοδρομία είναι μια ολόκληρη ταινία.
Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο κριτήριο που πρέπει να διασφαλιστεί κατά τη μετάβαση.
Η ΕΥΠ δεν είναι μία οποιαδήποτε δημόσια Υπηρεσία
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη λόγω της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της ΕΥΠ.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η δημόσια συζήτηση είναι εξοικειωμένη με τη θεσμική διάκριση διαφορετικών Υπηρεσιών.
Η CIA έχει διαφορετική αποστολή από το FBI.
Η NSA διαφορετική από τη CIA.
Και η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών (intelligence community) περιλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς οργανισμούς με διαφορετικά καθεστώτα, κουλτούρες, προσωπικό και διαδικασίες.
Η ελληνική περίπτωση δεν είναι ίδια.
Η ΕΥΠ δεν είναι «η ελληνική CIA», ούτε μπορεί να περιγραφεί κυριολεκτικά ως CIA, FBI και NSA μαζί.
Έχει όμως μία ασυνήθιστα ευρεία και οριζόντια αποστολή.
Συλλέγει και αναλύει πληροφορίες.
Ασχολείται με την Αντικατασκοπεία και την αντιμετώπιση της κατασκοπευτικής απειλής.
Με τρομοκρατικές και άλλες απειλές Εθνικής Ασφάλειας.
Με την Κυβερνοασφάλεια.
Με προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών και κρυπτογραφικών ζητημάτων.
Με τεχνικά αντικείμενα ασφάλειας επικοινωνιών.
Ακριβώς γι’ αυτό, λειτουργίες που σε μεγαλύτερα κράτη κατανέμονται σε περισσότερους θεσμούς, στην ελληνική πραγματικότητα συναντώνται κάτω από μία ενιαία υπηρεσιακή ομπρέλα.
Αυτό δημιουργεί και πλεονεκτήματα.
Μικρότερες αποστάσεις μεταξύ διαφορετικών πληροφοριακών λειτουργιών.
Ενιαίο κέντρο συντονισμού.
Δυνατότητα γρήγορης σύνδεσης επιχειρησιακών, αναλυτικών και τεχνικών πληροφοριών.
Δημιουργεί όμως και μειονεκτήματα.
Πολυπλοκότητα.
Επικαλύψεις.
Δύσκολη κατηγοριοποίηση προσωπικού.
Και, κυρίως, αυξημένο κίνδυνο να μη χωρά πραγματικά η υπηρεσιακή ζωή ενός ανθρώπου σε ένα πολύ στενό επαγγελματικό κουτί.
Ξένα μοντέλα και ελληνική πραγματικότητα
Σε αυτό ακριβώς το σημείο πρέπει να γίνει μία σημαντική διάκριση.
Δεν υπάρχουν από τα δημόσια στοιχεία επαρκείς αποδείξεις ώστε να ειπωθεί υπεύθυνα ότι το νέο κλαδολόγιο «αντιγράφηκε από τη CIA» ή από οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη Υπηρεσία.
Ούτε γνωρίζουμε από τις δημοσιευμένες πηγές ποιος ακριβώς συνέλαβε κάθε τίτλο ή ποια ξένα πρότυπα εξετάστηκαν κατά την κατάρτισή του.
Υπάρχουν, όμως, σαφείς ομοιότητες με τη διεθνή τάση λειτουργικής εξειδίκευσης σε διακριτούς operators, field officers, analysts, cyber specialists και support functions.
Και αυτό επιτρέπει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα…
Έγινε επαρκής προσαρμογή αυτού του μοντέλου στο ελληνικό θεσμικό και υπηρεσιακό περιβάλλον;
Γιατί ένα οργανωτικό σύστημα που λειτουργεί σε μία πολύ μεγάλη Υπηρεσία, με δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους και αυστηρά διαχωρισμένες αποστολές, δεν είναι αυτονόητο ότι θα λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο σε μία μικρότερη Υπηρεσία όπου τα ίδια στελέχη συχνά μετακινούνται, αλλάζουν καθήκοντα και αποκτούν μικτές επαγγελματικές διαδρομές ή εκτελούν ταυτόχρονα πολλαπλά καθήκοντα.
Η διοικητική επιστήμη γνωρίζει καλά αυτό το πρόβλημα.
Δεν αρκεί ένα μοντέλο να είναι επιτυχημένο αλλού.
Πρέπει να έχει θεσμική προσαρμογή στο περιβάλλον όπου πρόκειται να εφαρμοστεί.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η ανάγκη προσαρμογής δεν διατυπώνεται εκ των υστέρων. Ήδη στην Ημερίδα του 2008, ο Πρέσβυς Ιωάννης Κοραντής τόνιζε ότι οι λύσεις μεταβάλλονται ανάλογα με τη γεωπολιτική θέση, την ιστορία και τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, ενώ ο Θάνος Ντόκος μιλούσε για ξένα πρότυπα μόνο «τηρουμένων των αναλογιών». Το 2026, λοιπόν, το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να μελετάμε τι κάνουν οι άλλοι. Προφανώς και πρέπει. Το ερώτημα είναι αν ξέρουμε πότε ένα ξένο μοντέλο πρέπει να προσαρμόζεται, να απλοποιείται ή ακόμη και να απορρίπτεται.
Και υπάρχει ακόμη ένας περιορισμός… το ελληνικό Δημόσιο
Το μόνιμο πολιτικό προσωπικό της ΕΥΠ δεν εργάζεται σε μία ιδιωτική εταιρεία.
Ούτε μπορεί η υπηρεσιακή του κατάσταση να αντιμετωπίζεται σαν ένα ιδιωτικού τύπου σύστημα human resources (HR) στο οποίο ένας οργανισμός αλλάζει κατά βούληση τίτλους, career tracks και επαγγελματικές ταυτότητες.
Πρόκειται για δημόσιους υπαλλήλους.
Υπάρχει το ΣΥΝΤΑΓΜΑ.
Υπάρχει το δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο.
Υπάρχουν οργανικές θέσεις.
Βαθμοί.
Υπηρεσιακά Συμβούλια.
Αρχές ισότητας και αξιοκρατίας.
Κανόνες διοικητικής νομιμότητας.
Ειδικές διατάξεις της ΕΥΠ, αλλά και το γενικό δημοσιοϋπαλληλικό πλαίσιο στα θέματα που δεν ρυθμίζονται διαφορετικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να αλλάξει τον Οργανισμό της ΕΥΠ.
Μπορεί.
Ούτε σημαίνει ότι ένας δημόσιος υπάλληλος έχει δικαίωμα να παραμένει για πάντα σε μία ονομασία Κλάδου.
Δεν έχει τέτοιο απόλυτο δικαίωμα.
Σημαίνει όμως ότι η μετάβαση πρέπει να είναι νομικά σαφής, διοικητικά συνεπής και επαρκώς αιτιολογημένη.
Και όσο περισσότερο το νέο σύστημα γίνεται σύνθετο, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η ανάγκη για σαφείς κανόνες.
Το πρόβλημα των πολλών «κουτιών»
Αυτό είναι ίσως το βασικότερο λειτουργικό ερώτημα.
Μήπως η προσπάθεια να περιγραφούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι επαγγελματικές λειτουργίες καταλήξει να δημιουργεί υπερβολικά πολλά στενά κουτιά;
Στις Υπηρεσίες Πληροφοριών η πραγματική εργασία δεν είναι πάντοτε τόσο καθαρά χωρισμένη όσο δείχνει ένα οργανόγραμμα.
Ένα στέλεχος της συλλογής πληροφοριών μπορεί, σε κάποια φάση της σταδιοδρομίας του, να αποκτήσει σημαντική αναλυτική εμπειρία.
Ένας αναλυτής μπορεί να έχει προηγούμενη εμπειρία πεδίου.
Ένας Γλωσσομαθής μπορεί να έχει πληροφοριακή και επιχειρησιακή εμπειρία.
Ένας τεχνικός επικοινωνιών μπορεί να κινείται μεταξύ τεχνικής υποστήριξης, τεχνικής συλλογής, δικτύων και κυβερνοχώρου.
Ένας υπάλληλος Πληροφορικής μπορεί να έχει εξελιχθεί σε ειδικό κυβερνοασφάλειας πολύ πριν δημιουργηθεί ο σημερινός ομώνυμος Κλάδος.
Η δύναμη μιας μικρότερης Υπηρεσίας μπορεί πολλές φορές να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα των ανθρώπων της να διαθέτουν πολλαπλές εμπειρίες.
Η υπερβολική τυποποίηση μπορεί τότε να μετατραπεί από πλεονέκτημα σε εμπόδιο.
Υπάρχει απλούστερη λύση;
Ένα εύλογο ερώτημα είναι αν μπορούσε να επιδιωχθεί εξειδίκευση χωρίς να δημιουργηθεί ένα τόσο σύνθετο σύστημα Εισαγωγικών και Μη Εισαγωγικών Κλάδων.
Για παράδειγμα, ο ιστορικός Κλάδος Επιτελών Πληροφοριών θα μπορούσε να διατηρήσει τη θεσμική του συνέχεια και να διακριθεί εσωτερικά σε Επιτελείς Επιχειρήσεων και Επιτελείς Αναλυτές.
Ή ακόμη, εφόσον κρινόταν απαραίτητη μεγαλύτερη εξειδίκευση, σε Επιτελείς Πληροφοριών Κατασκοπείας, Επιτελείς Πληροφοριών Αντικατασκοπείας και Επιτελείς Πληροφοριών Αναλυτές.
Δεν υποστηρίζεται εδώ ότι αυτή είναι η μοναδική ή η οπωσδήποτε ορθή λύση.
Αναδεικνύεται όμως το εξής βασικό διοικητικό ερώτημα… Ήταν απαραίτητη τόσο βαθιά αλλαγή της κλαδικής αρχιτεκτονικής για να επιτευχθεί λειτουργική εξειδίκευση ή μπορούσε η ίδια ανάγκη να καλυφθεί με απλούστερη εξέλιξη των ιστορικών Κλάδων;
Η απλότητα ενός οργανωτικού συστήματος δεν είναι μειονέκτημα από μόνη της.
Ιδίως όταν ο Οργανισμός καλείται να λειτουργεί υπό πίεση.
Η αναστάτωση του προσωπικού δεν είναι δευτερεύον θέμα
Κάθε μεγάλη οργανωτική αλλαγή δημιουργεί ένα διάστημα αβεβαιότητας.
Σε μία συνηθισμένη δημόσια υπηρεσία, αυτό μπορεί να σημαίνει καθυστερήσεις, παράπονα ή διοικητικές δυσκολίες.
Σε μία Υπηρεσία Πληροφοριών, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική.
Η επιχειρησιακή συνέχεια είναι μέρος της ίδιας της αποστολής.
Το προσωπικό πρέπει να γνωρίζει πού ανήκει.
Ποια είναι η επαγγελματική του ταυτότητα.
Ποια είναι η προοπτική του.
Ποιο είναι το αντικείμενό του.
Ποια εκπαίδευση χρειάζεται.
Με ποια κριτήρια θα αξιολογηθεί.
Και αν η σημερινή του κατάταξη θα επηρεάσει την υπηρεσιακή του ζωή για τα επόμενα χρόνια.
Όταν όλα αυτά παραμένουν ταυτόχρονα σε μετάβαση, η αβεβαιότητα δεν είναι μόνο θέμα εργασιακής ψυχολογίας.
Μπορεί να αποκτήσει οργανωτική και επιχειρησιακή σημασία.
Και αυτό συμβαίνει σε μία περίοδο κατά την οποία το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας κάθε άλλο παρά ήρεμο μπορεί να χαρακτηριστεί.
Η εκπαίδευση γίνεται πλέον πύλη εξέλιξης
Το νέο μοντέλο δεν αφορά μόνο τίτλους.
Η μετάβαση στους Μη Εισαγωγικούς Κλάδους συνδέεται με εξειδικευμένη εκπαίδευση και αξιολόγηση.
Αυτό σημαίνει ότι η εκπαίδευση αποκτά διαφορετική σημασία από εκείνη που είχε στο παρελθόν.
Δεν είναι απλώς παροχή.
Μπορεί να γίνει προϋπόθεση υπηρεσιακής εξέλιξης.
Και εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Αν δύο υπάλληλοι διαθέτουν αντίστοιχη εμπειρία, αλλά μόνο ο ένας αποκτήσει πρόσβαση στο απαιτούμενο πρόγραμμα, η επιλογή για εκπαίδευση μπορεί στην πράξη να προκαθορίσει και τη μελλοντική τους διαφορά σταδιοδρομίας.
Άρα χρειάζονται σαφή προγράμματα, γνωστές προϋποθέσεις, πραγματική δυνατότητα συμμετοχής και αξιολόγηση που να είναι τόσο σοβαρή όσο και ελέγξιμη στο θεσμικό επίπεδο.
Δεν μπορεί ένας υπάλληλος να αποκλείεται αύριο από έναν Κλάδο επειδή δεν κατέχει μία εκπαίδευση που η ίδια η Υπηρεσία δεν του έδωσε ποτέ τη δυνατότητα να αποκτήσει.
Η διακριτική ευχέρεια και το μεγάλο ερώτημα της ίσης μεταχείρισης
Το Π.Δ. δεν δημιουργεί έναν μαθηματικό πίνακα μορίων για την πρώτη ένταξη.
Και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη λανθασμένο.
Σε μία Υπηρεσία Πληροφοριών, η καταλληλότητα ενός στελέχους δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με Πτυχία και αριθμούς.
Χρειάζεται κρίση.
Το πρόβλημα είναι ότι όσο μεγαλώνει η διακριτική ευχέρεια τόσο μεγαλώνει και η υποχρέωση για συνέπεια.
Δύο άνθρωποι με ουσιωδώς αντίστοιχα καθήκοντα, εμπειρία, εκπαίδευση και προσόντα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται εντελώς διαφορετικά χωρίς επαρκή υπηρεσιακό λόγο.
Η εξατομικευμένη κρίση είναι αναγκαία.
Δεν μπορεί όμως να σημαίνει διαφορετικό μέτρο για κάθε εργαζόμενο.
Η διοικητική υπαγωγή της ΕΥΠ
Στην ιστορική διαδρομή της ΕΥΠ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διοικητική της υπαγωγή, η οποία μεταβλήθηκε επανειλημμένα, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τις αναδιαρθρώσεις του κυβερνητικού σχήματος.
Με τον Ν. 1645/1986 η ΕΥΠ ορίστηκε ως αυτοτελής πολιτική δημόσια υπηρεσία, υπαγόμενη απευθείας στον Πρωθυπουργό. Το 1992 η εποπτεία της μεταφέρθηκε στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης. Μετά τη συγχώνευση του Υπουργείου Προεδρίας με το Υπουργείο Εσωτερικών το 1995, η ΕΥΠ υπήχθη στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης.
Από το 2001 υπαγόταν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Με τη συγχώνευση των σχετικών χαρτοφυλακίων το 2007 πέρασε στο ενιαίο Υπουργείο Εσωτερικών, υπαγωγή που αποτυπώθηκε ρητά και στον Ν. 3649/2008.
Τον Οκτώβριο του 2009 μεταφέρθηκε στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Στις μεταγενέστερες κυβερνητικές αναδιαρθρώσεις ακολούθησε διοικητικά το χαρτοφυλάκιο της δημόσιας τάξης. Από το 2015 στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, κατόπιν στο Υπουργείο Εσωτερικών και, από τον Αύγουστο του 2018, στο ανασυσταθέν Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.
Τον Ιούλιο του 2019, με το Π.Δ. 81/2019, η ΕΥΠ μεταφέρθηκε εκ νέου στον Πρωθυπουργό ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων και προσωπικού. Λίγο αργότερα, ο Ν. 4622/2019 συγκρότησε την Προεδρία της Κυβέρνησης ως αυτοτελή δημόσια υπηρεσία υπαγόμενη στον Πρωθυπουργό. Σήμερα η ΕΥΠ περιλαμβάνεται επισήμως στους εποπτευόμενους φορείς της Προεδρίας της Κυβέρνησης και τελεί υπό την άμεση πολιτική εποπτεία του Πρωθυπουργού.
Η επαναφορά της στο κέντρο της εκτελεστικής εξουσίας μπορεί να αξιολογηθεί πέρα από την εκάστοτε πολιτική αντιπαράθεση. Μία Υπηρεσία με αποστολές που αφορούν την Εξωτερική Πολιτική, την Αντικατασκοπεία, την εσωτερική και Εθνική Ασφάλεια, την Άμυνα, την Κυβερνοασφάλεια, την ασφάλεια επικοινωνιών και την προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών βρίσκεται αντικειμενικά στο σημείο τομής πολλών διαφορετικών κρατικών πολιτικών.
Η κεντρική πολιτική εποπτεία μπορεί, επομένως, να έχει οργανωτική λογική, ακριβώς επειδή η Υπηρεσία δεν εντάσσεται εύκολα σε έναν μόνο υπουργικό τομέα.
Η επιλογή αυτή, όμως, δεν αναιρεί την ανάγκη σαφούς κατανομής ευθυνών και αποτελεσματικού κοινοβουλευτικού, δικαστικού και θεσμικού ελέγχου, που πρέπει πάντοτε να συνοδεύει τη λειτουργία μιας Υπηρεσίας Πληροφοριών σε δημοκρατικό κράτος.
Υπάρχει και μία ακόμη παράμετρος που προκύπτει από τα παλαιότερα κείμενα. Ήδη το 2008 είχε επισημανθεί ότι οι ειδικότητες της ΕΥΠ απαιτούν ειδικές προδιαγραφές και συνεχή επιμόρφωση. Αυτό σημαίνει ότι η εμπειρία ενός στελέχους δεν είναι απλώς ένας τίτλος σπουδών ή μία σημερινή τοποθέτηση. Είναι ανθρώπινο κεφάλαιο που έχει παραχθεί μέσα στην ίδια την Υπηρεσία επί πολλά χρόνια. Αν ένα νέο κλαδολόγιο δεν μπορεί να το αναγνωρίσει και να το μεταφέρει, η απώλεια δεν είναι μόνο προσωπική. Είναι οργανωτική.
Δεν είναι δεδομένο ότι το νέο είναι καλύτερο
Αυτό είναι ίσως το βασικό συμπέρασμα που πρέπει να κρατηθεί.
Η μεταβολή ενός Οργανισμού δεν αποτελεί από μόνη της εκσυγχρονισμό.
Ούτε η χρήση περισσότερων ειδικοτήτων και περισσότερων αγγλικών επαγγελματικών τίτλων αποδεικνύει ότι δημιουργήθηκε καλύτερο σύστημα.
Ένα οργανωτικό μοντέλο είναι καλύτερο μόνο όταν λειτουργεί καλύτερα.
Όταν οι εργαζόμενοι γνωρίζουν τους κανόνες.
Όταν η εμπειρία αξιοποιείται.
Όταν δεν χάνεται θεσμική μνήμη.
Όταν η εκπαίδευση είναι πραγματικά προσβάσιμη.
Όταν οι αξιολογήσεις είναι αξιόπιστες.
Όταν οι ειδικότητες ανταποκρίνονται στην πραγματική εργασία.
Όταν η νέα δομή δεν δημιουργεί περισσότερη γραφειοκρατία από εκείνη που υποτίθεται ότι ήρθε να διορθώσει.
Και, πάνω απ’ όλα, όταν η οργανωτική μετάβαση δεν επηρεάζει την επιχειρησιακή συνέχεια της Υπηρεσίας.
Το νέο κλαδολόγιο μπορεί σε ορισμένα αντικείμενα να προσφέρει καθαρότερες περιγραφές.
Μπορεί, όμως, σε άλλα να κατακερματίσει επαγγελματικές ταυτότητες που επί δεκαετίες λειτουργούσαν ενιαία.
Αυτό θα αποδειχθεί μόνο από την εφαρμογή.
Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα
Το Π.Δ. έχει εκδοθεί.
Το σύστημα υπάρχει.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι θεωρητικό.
Θα κριθεί από τις πρώτες εντάξεις.
Από τον τρόπο που θα αντιμετωπιστούν τα «Δυάρια».
Οι Πληροφορικάριοι.
Οι Γλωσσομαθείς, Μεταφραστές, Διερμηνείς και Ακροατές.
Οι εργαζόμενοι που άλλαξαν πολλά αντικείμενα στη διάρκεια τριάντα ετών.
Οι υπάλληλοι που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση.
Και εκείνοι των οποίων η πραγματική εμπειρία δεν χωρά εύκολα σε ένα μόνο από τα καινούργια κουτιά.
Θα κριθεί επίσης από το αν η τριετία θα εξελιχθεί πράγματι σε ένα νέο «έτος μηδέν» ή αν θα βρεθεί νομικά ασφαλής μεταβατική λύση.
Θα κριθεί από το αν η εκπαίδευση θα είναι πραγματικό εργαλείο ανάπτυξης ή μηχανισμός αποκλεισμού.
Θα κριθεί από το αν το Υπηρεσιακό Συμβούλιο θα εφαρμόσει μία συνεπή λογική σε συγκρίσιμες περιπτώσεις.
Και θα κριθεί από το αν το προσωπικό, μετά από αυτή τη μετάβαση, θα αισθάνεται ότι το νέο σύστημα αναγνώρισε αυτό που πραγματικά έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια ή ότι του ζήτησε να ξανασυστηθεί από την αρχή.
Η ΕΥΠ έχει περάσει πολλές οργανωτικές μεταβολές από το 1986.
Κάποιες παρέμειναν.
Κάποιες άλλαξαν.
Κάποιες αναθεωρήθηκαν λίγα χρόνια αργότερα.
Το ίδιο μπορεί να συμβεί και τώρα.
Γι’ αυτό ίσως η πιο χρήσιμη στάση απέναντι στο νέο κλαδολόγιο δεν είναι ούτε η αυτόματη απόρριψη ούτε ο αυτόματος ενθουσιασμός.
Είναι η αυστηρή αξιολόγηση.
Όχι με βάση το πόσο σύγχρονα ακούγονται οι τίτλοι.
Αλλά με βάση το αν η ΕΥΠ, στο τέλος αυτής της διαδικασίας, θα λειτουργεί πραγματικά καλύτερα, με μεγαλύτερη συνοχή, καθαρότερες ευθύνες, δικαιότερη αξιοποίηση του προσωπικού και χωρίς απώλεια της γνώσης που συσσωρεύθηκε επί δεκαετίες.
Γιατί σε μία Υπηρεσία Πληροφοριών ο σημαντικότερος πόρος δεν είναι το οργανόγραμμα.
Είναι οι άνθρωποι, η εμπειρία τους και η θεσμική μνήμη που μεταφέρουν.
Και κανένας Οργανισμός δεν πρέπει να το ξεχνά.
Σημείωση
Το άρθρο αυτό βασίζεται αποκλειστικά σε δημοσιευμένες κανονιστικές πράξεις, δημοσιευμένα Πρακτικά, ανοιχτές βιβλιογραφικές πηγές και δημόσια διαθέσιμη ιστορική τεκμηρίωση. Δεν περιλαμβάνει διαβαθμισμένες πληροφορίες, μη δημοσιευόμενο οργανόγραμμα ή εσωτερικά επιχειρησιακά δεδομένα. Ο συντάκτης έχει προηγούμενη υπηρεσιακή και θεσμική εμπειρία στην ΕΥΠ και είχε συμμετοχή σε προγενέστερη διαδικασία αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου· όπου γίνεται αναφορά σε προσωπική ανάμνηση, αυτή επισημαίνεται ως τέτοια και δεν υποκαθιστά την αρχειακή τεκμηρίωση. Οι όποιες λειτουργικές αντιστοιχίσεις αποτελούν αναλυτική ερμηνεία και όχι δεσμευτική διοικητική ή νομική κατάταξη. Επίσης, δεν αποδίδεται χωρίς τεκμηρίωση η προέλευση του νέου κλαδολογίου σε συγκεκριμένη ξένη υπηρεσία ή σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
ΠΗΓΕΣ
Βασικές πηγές που εντοπίστηκαν:
- ΦΕΚ Β΄ 642/23.5.2002 – Συγκρότηση Επιτροπής για την αναμόρφωση και εκσυγχρονισμό του θεσμικού νομοθετικού πλαισίου της ΕΥΠ.
- Αντωνίου, Δ. & Σουλιώτης, Γ., «Η ΕΥΠ αλλάζει πρόσωπο και ρόλο», Η Καθημερινή, 4.11.2007.
- Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, ομιλία Γιώργου Βουλγαράκη στην παράδοση–ανάληψη Διοίκησης ΕΥΠ, 22.11.2004.
- Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αρχείο διατελεσάντων Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Υπουργών Εσωτερικών–Δημόσιας Τάξης.
- Ν. 1645/1986, Π.Δ. 360/1992, Π.Δ. 373/1995, Π.Δ. 205/2007, Ν. 3649/2008, Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου 13.10.2009 (κυρωθείσα με τον Ν. 3817/2010), Π.Δ. 24/2015, Π.Δ. 123/2016, Π.Δ. 86/2018, Π.Δ. 81/2019 και Ν. 4622/2019 – βασικές πράξεις για τη διαδοχική διοικητική υπαγωγή της ΕΥΠ.
- Πρακτικά Ημερίδας ΠΟΣΕΥΠ, «Κράτος – Ασφάλεια και ο ρόλος των Υπηρεσιών Πληροφοριών – Η περίπτωση της Ελλάδας», 11.6.2008, έκδ. Δίκαιο και Οικονομία – Π. Ν. Σάκκουλας.
- Braat, E. & Panoutsopoulos, A. (2025), Fighting Fire with Fire: Why Greek Intelligence Remained Politicised after the Junta Regime, Contemporary European History 34(3), 971–987.
- CIA Center for the Study of Intelligence: public conference 1994 on CIA under Truman; public U-2 symposium 1998.
- Princeton University & CIA Center for the Study of Intelligence: conference CIA’s Analysis of the Soviet Union, 1947–1991, 2001.
*Expert Intelligence Specialist, Analyst in International Affairs, Historian, Writer (Ειδικός σε θέματα Πληροφοριών και Ασφάλειας. Αναλυτής Διεθνών Υποθέσεων. Ιστορικός – Συγγραφέας).
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Για θέματα που αναγράφονται από το διαδίκτυο ή τις εικόνες, όπου πάντα σημειώνεται ευκρινώς η πηγή, αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να αφαιρέσουμε αμέσως. Να επισημανθεί ακόμη ότι οι απόψεις του ιστολογίου, ή των αποσταλθέντων κειμένων σε μας, του/τα οποίου/α αναρτούμε δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε με το περιεχόμενο και πιστεύουμε ως εκ τούτου δεν φέρουμε ευθύνη από τον νόμο. Από τη στιγμή που απηχούν αποκλειστικά και μόνο τις απόψεις τους.





Πρόσφατα σχόλια