Στημένα σχολικά πρωταθλήματα; Όταν το παιχνίδι παίζεται στις πλάτες των παιδιών…
- At 30 Οκτωβρίου, 2026
- Από IoulAp
- In Επίκαιρα, Πολιτική - Οικονομία, Τα άρθρα μου, Τσουκνίδα
0
Του Παναγιώτη Αποστόλου
Πολιτικής ανάλυσης – αρθρογράφου
Το «Basketgate» κυριαρχεί εδώ και μέρες στις ειδήσεις. Ο Πρόεδρος της ΕΟΚ έχει παραιτηθεί. Ο ίδιος και ένας στενός συνεργάτης του κρατούνται, και διαιτητές περνούν διαδοχικά από τον ανακριτή με διάφορες συνέπειες. Όλοι αρνούνται τις κατηγορίες, και η δικαιοσύνη θα κρίνει. Την ώρα όμως που η δημόσια συζήτηση κοιτάζει τα παρκέ των επαγγελματικών πρωταθλημάτων, μια πολύ πιο ανησυχητική ιστορία πέρασε σχεδόν στα ψιλά: Η καταγγελία ότι το σάπιο Σύστημα έχει φτάσει μέχρι τα σχολικά πρωταθλήματα. Εκεί όπου αγωνίζονται παιδιά 15 και 17 ετών.
Σκάνδαλο χωρίς πρωτοσέλιδα…
Τα στοιχεία είναι γνωστά και πρέπει να λέγονται με ακρίβεια.
Ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Λειτουργών Ελλάδας (ΟΙΕΛΕ), Γιώργος Χριστόπουλος, γνωστοποίησε ότι έλαβε ανώνυμη καταγγελία για μαθητές με εικονική φοίτηση σε ορισμένα ιδιωτικά σχολεία, που φέρονται να παίρνουν απολυτήριο χωρίς να παρακολουθούν μαθήματα και να συμμετέχουν σε σχολικούς αγώνες μπάσκετ με αποτελέσματα που διαμορφώνονται μέσω διαιτητών, ώστε να εξασφαλίζονται διακρίσεις αξιοποιήσιμες για την εισαγωγή στα ΑΕΙ.
Ο ίδιος συνδέει την καταγγελία με τον υπό διερεύνηση πρώην Πρόεδρο της ΕΟΚ, και συγκεντρώνει στοιχεία πριν απευθυνθεί στις δικαστικές αρχές, καλώντας όποιον γνωρίζει να μιλήσει, ακόμη και ανώνυμα.
Λέμε λοιπόν καθαρά ότι πρόκειται για καταγγελία προς τεκμηρίωση. Ακριβώς γι᾽ αυτό όμως, η σιωπή είναι ανεπίτρεπτη. Μια καταγγελία τέτοιου βάρους, που αγγίζει ανήλικα παιδιά και την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν περιμένει να γίνει «βαρύ» θέμα για να ερευνηθεί. Ερευνάται αμέσως, με διαφάνεια, και δημοσιοποιούνται τα πορίσματα. Τα περισσότερα ΜΜΕ, ωστόσο, προτίμησαν να μείνουν στα μεγάλα ονόματα και στους μεγάλους τίτλους.
Η πρώτη κοινωνία του παιδιού…
Ο αθλητισμός στις μικρές ηλικίες δεν είναι μόνο ψυχαγωγία. Είναι από τους πρώτους χώρους, μετά την οικογένεια και το σχολείο, όπου ένα παιδί μαθαίνει να ζει με άλλους. Μαθαίνει ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους, ότι ο διαιτητής είναι εγγυητής και όχι αντίπαλος, ότι η ήττα δεν είναι ντροπή αλλά μάθημα, ότι η νίκη χωρίς προσπάθεια δεν έχει νόημα. Μαθαίνει να εμπιστεύεται τον συμπαίκτη, να σέβεται τον αντίπαλο, να κερδίζει χωρίς να εξευτελίζει και να χάνει χωρίς να καταρρέει.
Αυτά δεν διδάσκονται με εγκυκλίους. Διδάσκονται με το παράδειγμα των μεγάλων. Και το παράδειγμα που βλέπουν σήμερα τα παιδιά μας από ψηλότερα είναι η Ομοσπονδία που κατηγορείται ότι ελέγχει διαιτητές, οι προπονητές που φέρονται να ρωτούν «ποιος θα σφυρίζει», οι παράγοντες που κυνηγούν το αποτέλεσμα πριν αρχίσει ο αγώνας. Αν και στο σχολικό παρκέ, όπου το παιδί βγαίνει με φανέλα και όνειρα, το αποτέλεσμα αποφασίζεται πριν από την σέντρα, τότε το μάθημα που παίρνει είναι ένα και μοναδικό: Ότι ο κόσμος κερδίζεται με παρεμβάσεις, διασυνδέσεις και χρήμα.
Τόσα χρόνια λέγαμε στους γονείς ότι το καλύτερο που μπορούν να κάνουν για τα παιδιά τους είναι να τα στρέψουν στον αθλητισμό, ώστε να μείνουν μακριά από κακοτοπιές (όπως τα ναρκωτικά) για να χτίσουν υγιείς προσωπικότητες. Σε ποιον αθλητισμό όμως τα σπρώχνουμε τελικά;
Εκεί όπου ένα παιδί μαθαίνει στα δεκαπέντε ότι ο αγώνας είναι στημένος; Ε τότε, δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτό το μάθημα.
Το «ευ αγωνίζεσθε» που χάσαμε…
Η Αρχαία Ελλάδα έδωσε στον κόσμο όχι μόνο τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά και την ιδέα ότι η άμιλλα είναι αρετή, ότι ο αγώνας έχει ήθος. Το «ευ αγωνίζεσθε» δεν ήταν ευχή για νίκη. Ήταν ευχή να αγωνιστείς σωστά, με τιμιότητα και αξιοπρέπεια. Σήμερα το έχουμε αντικαταστήσει σιωπηλά με το «αρκεί να κερδίσεις». Και η αντικατάσταση αυτή δεν γίνεται στα γήπεδα. Γίνεται στις ψυχές της νέας γενιάς, που μεγαλώνει βλέποντας ότι το αποτέλεσμα μετράει περισσότερο με όποιον τρόπο.
Η κοινωνία όμως, που δεν μεταδίδει αξίες στα παιδιά είναι χαμένη. Ένα παιδί όταν βλέπει για τον χρηματισμό, μαθαίνει ότι η αδικία είναι κανονικότητα, ότι η αδιαφάνεια είναι τρόπος ζωής και ότι όποιος δεν «βολεύεται» είναι αφελής.
Η θέση που κλέβεται δεν ανήκει στον κλέφτη…
Ας πάμε στο πιο ευαίσθητο σημείο. Σε μια χώρα όπου οι Πανελλήνιες είναι ο μεγάλος κοινωνικός εξισωτής, όπου οικογένειες στερούνται για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, η προοπτική να κερδίζονται μόρια ή θέσεις μέσα από στημένους αγώνες είναι ηθικά αδιανόητη. Κάθε θέση σε σχολή που κατακτιέται με αθέμιτο τρόπο δεν είναι «ένα επιπλέον μόριο». Είναι ένα συγκεκριμένο παιδί που έμεινε έξω: Που διάβασε χρόνια, που πήγε φροντιστήριο, που έχασε διακοπές και βραδινές εξόδους, και που θα ακούσει τελικά ότι «δεν του έφτασαν τα μόρια».
Η στέρηση αυτή δεν είναι μια απογοήτευση της στιγμής. Αλλάζει την πορεία μιας ζωής: Άλλη πόλη, άλλο επάγγελμα, άλλοι άνθρωποι, άλλες ευκαιρίες. Κάποιος θα πάρει τη θέση που θα έπρεπε να πάρει ένας πιο άξιος, και κάποιος άλλος θα κουβαλά για χρόνια την αίσθηση ότι τον έκλεψαν χωρίς ποτέ να μάθει ποιος και πώς. Και το ίδιο μάθημα επεκτείνεται στην αγορά εργασίας: Αν από τα δεκαπέντε μαθαίνεις ότι οι θέσεις «κλείνουν» με χρήμα και γνωριμίες, γιατί να περιμένεις ότι στο δημόσιο, στις επιχειρήσεις, στις αναθέσεις θα είναι αλλιώς;
«Με τα λεφτά όλα λύνονται»: Αυτό είναι το μήνυμα προς το σχολείο;
Πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Δεν είναι όλα τα ιδιωτικά σχολεία ένοχα, ούτε οι χιλιάδες τίμιοι εκπαιδευτικοί που τα στελεχώνουν. Το αντίθετο: Είναι πρώτοι αυτοί που πληγώνονται από ένα τέτοιο κλίμα. Αν όμως η καταγγελία επιβεβαιωθεί έστω και μερικώς, το μήνυμα που φεύγει προς το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας είναι τοξικό.
Ότι τα σχολεία που πληρώνονται καλά, μπορούν να αγοράσουν και «διακρίσεις», τα οποία γίνονται διαφήμιση, ελκύουν νέους πελάτες και δικαιολογούν δίδακτρα;
Ότι η αριστεία είναι προϊόν που πωλείται;
Ότι το δημόσιο σχολείο, που δεν έχει τη δυνατότητα να «επενδύσει» σε τέτοιες διαδικασίες, είναι δεύτερης κατηγορίας;
Αυτό είναι και το πιο ύπουλο κομμάτι του προβλήματος. Δεν πλήττεται μόνο η ισονομία των διαγωνισμών. Πλήττεται η αξιοπιστία του ίδιου του δημόσιου σχολείου, που κρατά όρθια τη χώρα με ελάχιστα μέσα και υπεράνθρωπη προσπάθεια των εκπαιδευτικών του. Όταν το χρήμα εμφανίζεται να αγοράζει «αριστεία», ο μαθητής του δημόσιου σχολείου καταλαβαίνει ότι ο αγώνας του ήταν εξαρχής άνισος. Και αυτό το συμπέρασμα είναι πιο επικίνδυνο από κάθε στημένο ματς.
Η ψυχολογική κακοποίηση των παιδιών που αδικούνται…
Ένα παιδί που προπονείται μήνες, που δίνει ό,τι έχει σε έναν αγώνα και χάνει επειδή «έτσι ήταν να γίνει», δεν υφίσταται απλώς μια αθλητική ήττα. Υφίσταται μια βαθιά, ψυχική αδικία, και ο όρος «ψυχολογική κακοποίηση» δεν είναι υπερβολή.
Η αίσθηση ότι «όλα είναι στημένα» φθείρει την αυτοεκτίμηση, γεννά κυνισμό και απόσυρση, κάνει το παιδί να σταματήσει να προσπαθεί, ή, χειρότερα, να καταλήξει, ότι ο μόνος τρόπος είναι να μπει κι αυτό στο “παιχνίδι”.
Και υπάρχει και το άλλο παιδί. Εκείνο που «νίκησε», χωρίς να ξέρει ίσως τι ακριβώς συνέβη γύρω του. Ένα παιδί που μαθαίνει ότι η επιτυχία του οφείλεται σε δίκτυο και όχι σε αξία, χτίζει στο εύθραυστο έδαφος μιας πλαστής αυτοεικόνας. Θύμα, και αυτό, ενός Συστήματος που το χρησιμοποιεί.
Όλοι συνυπεύθυνοι, κανείς υπεύθυνος…
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό ερώτημα. Δεν είναι ένα σκάνδαλο που ξεφύτρωσε από το πουθενά. Ευδοκιμεί εκεί όπου ο έλεγχος είναι χαλαρός, η διαφάνεια ευκαιριακή και η λογοδοσία αποσπασματική. Η Πολιτεία που επί χρόνια άφηνε τον αθλητισμό σε ημίμετρα και συμφέροντα, οι Ομοσπονδίες που ταύτιζαν τον θεσμικό ρόλο με τις ομάδες τους, τα σχολεία που έβαζαν το μάρκετινγκ πάνω από την παιδαγωγική, οι γονείς που έκλειναν τα μάτια όταν «βολευόταν» το παιδί τους, και τα ΜΜΕ που κοιτούσαν αλλού όταν το θέμα δεν είχε «μεγάλα ονόματα».
Όλοι συνέβαλαν, με ενεργητική ή παθητική ανοχή, στην κατρακύλα.
Και η κατρακύλα έχει επιστροφή. Τα παιδιά που σήμερα μαθαίνουν ότι ο χρηματισμός, η αδιαφάνεια και η αδικία είναι «φυσιολογικά» θα είναι αύριο οι πολίτες, οι υπάλληλοι, οι επιχειρηματίες, οι πολιτικοί. Αν μεγαλώσουμε μια γενιά χωρίς αξίες, χωρίς αρχές, που θεωρεί το λαμόγιο πρότυπο και τον έντιμο αφελή, τότε το μπούμερανγκ θα μας επιστρέψει πολλαπλασιασμένο. Και τότε δεν θα έχουμε το δικαίωμα να παραπονεθούμε.
Τι πρέπει να ζητάμε;
Η απάντηση δεν είναι ο πανικός, ούτε το κυνήγι μαγισσών. Είναι η διαφάνεια. Ζητάμε από το Υπουργείο Παιδείας και τις αρμόδιες αρχές, άμεσο και αμερόληπτο έλεγχο των καταγγελιών, με δημόσια πορίσματα. Ζητάμε πλήρη καταγραφή του ποιοι αγώνες, ποιοι διαιτητές και ποια σχολεία συμμετείχαν στα σχολικά πρωταθλήματα, και διασταύρωση των διακρίσεων που έχουν χρησιμοποιηθεί για εισαγωγή στα ΑΕΙ.
Ζητάμε ανεξάρτητη διαιτησία στα σχολικά πρωταθλήματα, μηχανισμό ασφαλούς καταγγελίας για μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, και αυστηρότερους ελέγχους στην εικονική φοίτηση.
Και ζητάμε από τα ΜΜΕ να ασχοληθούν με το θέμα όσο ασχολούνται με το επαγγελματικό μπάσκετ, γιατί εδώ δεν διακυβεύονται τίτλοι, αλλά το μέλλον παιδιών και η ψυχολογική τους ισορροπία.
Όταν στήνεται ένας αγώνας ανηλίκων, δεν χάνει μόνο μια ομάδα. Χάνει η κοινωνία το δικαίωμα να μιλάει για αξίες.
Η ζωή του καθενός μας αρχίζει από την πρώτη φορά που ένας διαιτητής σφυρίζει τη λήξη ενός παιδικού αγώνα. Αν εκείνη τη στιγμή το παιδί μάθει ότι το σφύριγμα πουλιέται, τότε κάθε επόμενος θεσμός, δικαστήριο, διαγωνισμός ή εκλογική αναμέτρηση, θα του φαίνεται ήδη χαμένος από χέρι.
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλη γενιά που θα έχει πιστέψει ότι τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς «μέσον». Τα παιδιά μας αξίζουν γήπεδα καθαρά. Και οφείλουμε να τους τα παραδώσουμε.
Οψόμεθα!!





Πρόσφατα σχόλια