Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1950 και του 1960, τα παλιά καφενεία ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μαγαζιά όπου οι άνθρωποι έπιναν τον καφέ τους. Ήταν η καρδιά κάθε χωριού και κάθε γειτονιάς, μικρές πολιτείες μέσα στις οποίες περνούσε καθημερινά ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής των ανθρώπων. Εκεί συναντιούνταν οι άντρες πριν ακόμη ξημερώσει καλά, εκεί μάθαιναν τα νέα, εκεί συζητούσαν για τις σοδειές, τα πολιτικά, τα παιδιά που είχαν ξενιτευτεί και τους συγγενείς που είχαν χρόνια να επιστρέψουν.
Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1950 και του 1960…
Αλιεύοντας από το διαδίκτυο μια αλησμόνητη εποχή
Ήταν χρόνια δύσκολα για την Ελλάδα. Ο Εμφύλιος είχε αφήσει πίσω του πληγές που δεν είχαν κλείσει, πολλά σπίτια προσπαθούσαν ακόμη να σταθούν στα πόδια τους και η φτώχεια παρέμενε καθημερινός σύντροφος για χιλιάδες οικογένειες. Στα χωριά, οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν από τη γη, τα ζώα και τον κόπο των χεριών τους. Στις πόλεις, οι οικογένειες προσπαθούσαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους, ενώ πολλοί Έλληνες έπαιρναν τον δρόμο της εσωτερικής και της εξωτερικής μετανάστευσης αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο.
Μέσα σε αυτή την Ελλάδα, το καφενείο είχε τη δική του ξεχωριστή θέση.
Συνήθως βρισκόταν στην πλατεία, κοντά στην εκκλησία, στο δημοτικό σχολείο ή δίπλα στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Ήταν ένα απλό μαγαζί, με ξύλινα τραπέζια, ψάθινες καρέκλες και έναν πάγκο πίσω από τον οποίο ο καφετζής γνώριζε σχεδόν όλους τους πελάτες του. Πολλά από αυτά τα καφενεία λειτουργούσαν ταυτόχρονα και ως μικρά παντοπωλεία, εξυπηρετώντας τις ανάγκες ολόκληρης της γειτονιάς.
Στα ράφια τους υπήρχαν κονσέρβες, πακέτα ζάχαρης, ζυμαρικά, όσπρια, τυριά, ελιές, σαπούνια και απορρυπαντικά. Δίπλα τους βρίσκονταν μικρά κουτιά με βελόνες, κουβαρίστρες, κλωστές και άλλα απαραίτητα για το νοικοκυριό. Μπορούσε μια νοικοκυρά να βρει εκεί όσα χρειαζόταν για το καθημερινό μαγείρεμα, αλλά και μικροπράγματα που της έλειπαν για τις δουλειές του σπιτιού. Έτσι, το καφενείο δεν εξυπηρετούσε μόνο τους άντρες που κάθονταν στα τραπέζια, αλλά αποτελούσε και ένα μικρό εμπορικό σημείο για τις οικογένειες του τόπου.
Τον χειμώνα, η ζεστασιά ερχόταν από τη ξυλόσομπα που έκαιγε σε μια γωνιά. Ο καφετζής φρόντιζε να έχει πάντα ξύλα κοντά της, γιατί το κρύο στα παλιά μαγαζιά ήταν βαρύ, ιδιαίτερα στα ορεινά χωριά. Οι θαμώνες πλησίαζαν τη σόμπα, άπλωναν τα χέρια τους προς τη φωτιά και άφηναν για λίγο στην άκρη τις έγνοιες της ημέρας. Όταν δεν υπήρχε ακόμη ηλεκτρικό ρεύμα, ο φωτισμός γινόταν με λάμπες πετρελαίου. Το αχνό φως τους έπεφτε πάνω στα τραπέζια, στους τοίχους και στα πρόσωπα των ανθρώπων, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα διαφορετική από εκείνη που γνωρίζουμε σήμερα. Αργότερα, με την επέκταση της ηλεκτροδότησης στα χωριά, οι λάμπες αυτές άρχισαν σταδιακά να παραχωρούν τη θέση τους στους ηλεκτρικούς λαμπτήρες.
Το καφενείο ήταν κυρίως ένας αντρικός χώρος. Οι κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής δεν θεωρούσαν σωστό να βρίσκεται μια γυναίκα καθημερινά ανάμεσα στους άντρες που σύχναζαν εκεί. Εκτός από τις ατέλειωτες δουλειές του σπιτιού, που σπάνια της άφηναν ελεύθερο χρόνο, υπήρχαν και αυστηροί κοινωνικοί περιορισμοί. Η παρουσία της σε ένα καφενείο μπορούσε να προκαλέσει σχόλια και παρεξηγήσεις.
Οι γυναίκες είχαν τη δική τους καθημερινότητα, γεμάτη υποχρεώσεις. Από το πρωί άναβαν τη φωτιά, ετοίμαζαν το φαγητό, φρόντιζαν τα παιδιά, έπλεναν, καθάριζαν, ζύμωναν και, στα χωριά, συχνά εργάζονταν επιπλέον στα χωράφια και στα ζώα. Το καφενείο ήταν ένας κόσμος από τον οποίο οι περισσότερες έμεναν έξω, ακόμη κι όταν οι άντρες τους περνούσαν εκεί μεγάλο μέρος της ημέρας.
Η μόνη γυναίκα που κυκλοφορούσε με σχετική άνεση μέσα στο μαγαζί ήταν συνήθως η ιδιοκτήτρια ή η γυναίκα του καφετζή. Εκείνη βοηθούσε στο σερβίρισμα, ετοίμαζε τους καφέδες, τακτοποιούσε τα εμπορεύματα και φρόντιζε τις παραγγελίες. Άλλες γυναίκες έμπαιναν μόνο όταν είχαν να αγοράσουν κάτι από το μικρό παντοπωλείο, και τότε η παραμονή τους ήταν σύντομη. Έπαιρναν τη ζάχαρη, τα μακαρόνια, το σαπούνι ή ό,τι άλλο χρειάζονταν και επέστρεφαν γρήγορα στο σπίτι.
Κάποιες φορές, όταν οι άντρες ξεχνούσαν την ώρα και παρέμεναν στο καφενείο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, οι γυναίκες έστελναν τα παιδιά να τους αναζητήσουν. Ένα μικρό παιδί στεκόταν στην πόρτα, κοίταζε προς τα μέσα και περίμενε να τραβήξει την προσοχή του πατέρα του. Ήταν ένας γνώριμος τρόπος της εποχής για να ειδοποιηθεί ο άντρας πως το φαγητό είχε ετοιμαστεί ή πως τον περίμεναν στο σπίτι. Τα παιδιά γνώριζαν καλά αυτή τη διαδρομή και πολλές φορές έβρισκαν τον πατέρα τους στην ίδια θέση, με το φλιτζάνι μπροστά του και την παρέα γύρω από το τραπέζι.
Ο ελληνικός καφές ήταν ο πρωταγωνιστής. Ψηνόταν στο μπρίκι, πάνω στη γκαζιέρα ή στη χόβολη, ανάλογα με τις δυνατότητες του μαγαζιού. Ο καφετζής γνώριζε τις προτιμήσεις των πελατών του και δεν χρειαζόταν να ρωτήσει πώς έπινε ο καθένας τον καφέ του. Σκέτο, μέτριο ή γλυκό, σερβιριζόταν στο μικρό φλιτζάνι, συνήθως μαζί με ένα ποτήρι νερό. Η παρασκευή του είχε τη δική της τελετουργία και δεν ήταν μια δουλειά που γινόταν βιαστικά.
Στα τραπέζια υπήρχαν συχνά μια τράπουλα, ένα τάβλι και μερικές εφημερίδες που περνούσαν από χέρι σε χέρι. Το τάβλι ακουγόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ, με τα πούλια να χτυπούν πάνω στο ξύλο. Άλλοι έπαιζαν δηλωτή, πρέφα ή κουμκάν, παιχνίδια που αποτελούσαν αγαπημένη συνήθεια της εποχής. Σε ορισμένα καφενεία υπήρχε και ραδιόφωνο, συνήθως τοποθετημένο σε ένα ψηλό ράφι, ώστε να ακούγονται οι ειδήσεις, τα τραγούδια και οι ποδοσφαιρικές μεταδόσεις.
Το ραδιόφωνο είχε ιδιαίτερη σημασία εκείνα τα χρόνια. Δεν διέθεταν όλα τα σπίτια συσκευή, γι’ αυτό αρκετοί άνθρωποι συγκεντρώνονταν στο καφενείο για να ακούσουν μια σημαντική είδηση ή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι φωνές των εκφωνητών έβγαιναν από το μεγάφωνο και οι θαμώνες παρακολουθούσαν με προσοχή.
Ο καφετζής ήταν μια ξεχωριστή φυσιογνωμία. Δεν ήταν απλώς ένας επαγγελματίας που πουλούσε καφέ. Γνώριζε ποιος είχε παντρέψει την κόρη του, ποιος περίμενε γράμμα από την Αυστραλία, ποιος είχε γιο στην Αθήνα και ποιος δυσκολευόταν να τα βγάλει πέρα. Ήξερε ακόμη ποιος μπορούσε να πληρώσει αμέσως και ποιος θα άφηνε το χρέος του για τον επόμενο μήνα. Τα τεφτέρια των καφενείων ήταν γεμάτα ονόματα και μικρά ποσά. Ορισμένοι πελάτες πλήρωναν καθημερινά, ενώ άλλοι άφηναν τον λογαριασμό να μεγαλώνει μέχρι να πουλήσουν τα γεννήματα ή να πάρουν το μεροκάματο.
Υπήρχαν φορές που ο καφετζής δεν ζητούσε καν τα χρήματα. Γνώριζε την κατάσταση του κάθε ανθρώπου και καταλάβαινε πότε η φτώχεια ήταν μεγαλύτερη από την περηφάνια. Ένας καφές, ένα πιάτο φαγητό ή ένα ποτήρι κρασί μπορούσαν να δοθούν με πίστωση, χωρίς πολλές ερωτήσεις. Αυτές οι μικρές πράξεις αλληλεγγύης αποτελούσαν ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής της εποχής.
Το απόγευμα, όταν οι αγρότες επέστρεφαν από τα χωράφια και οι εργάτες από τις δουλειές τους, το καφενείο γέμιζε ξανά. Άλλοι έρχονταν για έναν καφέ, άλλοι για ένα ουζάκι με λίγες ελιές, τυρί, παστό ψάρι ή κάποιο μεζεδάκι που ετοίμαζε ο καφετζής. Τα Σαββατοκύριακα η κίνηση ήταν μεγαλύτερη. Άνθρωποι από τα γύρω χωριά κατέβαιναν στην πλατεία, ιδιαίτερα τις ημέρες της αγοράς, και το καφενείο γινόταν σημείο συνάντησης.
Στις πόλεις, τα καφενεία είχαν διαφορετικό χαρακτήρα, χωρίς να χάνουν την κοινωνική τους σημασία. Στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και στις συνοικίες που μεγάλωναν με γρήγορους ρυθμούς, υπήρχαν καφενεία όπου συναντιούνταν εργάτες, μικροέμποροι, συνταξιούχοι, πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και άνθρωποι που είχαν αφήσει τα χωριά τους για να αναζητήσουν δουλειά. Κάθε τραπέζι έκρυβε μια διαφορετική διαδρομή ζωής.
Καθώς προχωρούσε η δεκαετία του 1960, τα καφενεία άρχισαν σιγά σιγά να αλλάζουν. Η ηλεκτροδότηση έφερνε φως στα χωριά, οι συσκευές ραδιοφώνου γίνονταν πιο συνηθισμένες και οι νέες συνήθειες άρχιζαν να επηρεάζουν την καθημερινότητα. Παρ’ όλα αυτά, το παλιό καφενείο εξακολουθούσε να κρατά τη θέση του. Ήταν εκεί όπου γίνονταν οι συζητήσεις για τις εκλογές, τις σοδειές, τις τιμές των προϊόντων και τις ξενιτιές.
Χρόνια αργότερα, πολλά από αυτά τα καφενεία έκλεισαν. Οι παλιοί καφετζήδες έφυγαν από τη ζωή, τα ξύλινα τραπέζια αντικαταστάθηκαν, οι λάμπες πετρελαίου και οι ξυλόσομπες έγιναν αναμνήσεις και τα ράφια με τα λιγοστά εμπορεύματα χάθηκαν από τις γωνιές των χωριών. Σε μερικά μέρη έμεινε μόνο το παλιό κτίσμα, με την πόρτα κλειστή και τα παράθυρα να θυμίζουν πως κάποτε εκεί μέσα χτυπούσε η καρδιά ολόκληρου του τόπου κι όμως, όποιος έζησε εκείνα τα χρόνια δεν θυμάται μόνο τον καφέ. Θυμάται τη φωτιά της ξυλόσομπας, το αχνό φως της λάμπας πετρελαίου, το μικρό παιδί που έστελνε η μάνα του να φέρει τον πατέρα στο σπίτι, τα ράφια με τα ζυμαρικά και τις κονσέρβες, το τεφτέρι του καφετζή, τα πούλια του ταβλιού και τις φωνές των ανθρώπων που γέμιζαν την πλατεία.
Γιατί τα παλιά καφενεία της Ελλάδας δεν ήταν απλώς χώροι για να πιει κανείς έναν καφέ. Ήταν τόποι συνάντησης, ενημέρωσης, εμπορίου και αλληλεγγύης. Ήταν τα μικρά κέντρα της κοινωνικής ζωής, εκεί όπου συναντιούνταν οι άνθρωποι μιας ολόκληρης εποχής. Και μέσα στην απλότητά τους έκρυβαν έναν κόσμο που σήμερα μοιάζει μακρινός, αλλά εξακολουθεί να ζει στη μνήμη όσων πρόλαβαν να τον γνωρίσουν.
Άννα Δανάλη
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ
Για θέματα που αναγράφονται από το διαδίκτυο ή τις εικόνες, όπου πάντα σημειώνεται ευκρινώς η πηγή, αν υπάρχουν δικαιώματα συγγραφέων, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να αφαιρέσουμε αμέσως. Να επισημανθεί ακόμη ότι οι απόψεις του ιστολογίου, ή των αποσταλθέντων κειμένων σε μας, του/τα οποίου/α αναρτούμε δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε με το περιεχόμενο και πιστεύουμε ως εκ τούτου δεν φέρουμε ευθύνη από τον νόμο. Από τη στιγμή που απηχούν αποκλειστικά και μόνο τις απόψεις τους.





Πρόσφατα σχόλια